Υπάρχουν κυβερνητικές αποτυχίες που διορθώνονται. Υπάρχουν λανθασμένες επιλογές που μια επόμενη πολιτική μπορεί να ανατρέψει.
Υπάρχουν όμως και ιστορικές ευκαιρίες που περνούν μία φορά.
Το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν μία από αυτές.
Η Ελλάδα βρέθηκε, μετά από μια δεκαετία μνημονίων και μια παγκόσμια πανδημία, με σχεδόν 36 δισεκατομμύρια ευρώ διαθέσιμα για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις: 18,22 δισ. σε επιχορηγήσεις και 17,73 δισ. σε δάνεια. Ένα χρηματοδοτικό μέγεθος που δύσκολα θα ξαναβρεθεί στη διάθεση μιας ελληνικής κυβέρνησης.
Δεν ήταν απλώς ένα ακόμη ΕΣΠΑ.
Ήταν η δυνατότητα να σχεδιαστεί η Ελλάδα των επόμενων είκοσι ή τριάντα χρόνων.
Να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο.
Να αποκτήσει η χώρα σύγχρονες δημόσιες υποδομές.
Να ξαναχτιστεί το κοινωνικό κράτος.
Να μειωθούν οι τεράστιες περιφερειακές ανισότητες.
Να αποκτήσουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρόσβαση σε κεφάλαια.
Να επιστρέψει η βιομηχανική πολιτική.
Να αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση.
Να γίνει η πράσινη μετάβαση κοινωνική πολιτική και όχι απλώς μια νέα αγορά για λίγους μεγάλους παίκτες.
Να αποκτήσει, επιτέλους, το ελληνικό κράτος την ικανότητα να σχεδιάζει.
Και αυτό ακριβώς είναι το μέτρο με το οποίο πρέπει να κριθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Όχι από το πόσα δελτία Τύπου εξέδωσε.
Όχι από το πόσες φορές χρησιμοποίησε τη λέξη «μεταρρύθμιση».
Ούτε από το αν κατάφερε να μεταφέρει λογιστικά δισεκατομμύρια από τους ευρωπαϊκούς λογαριασμούς στους ελληνικούς.
Το ερώτημα είναι πολύ πιο απλό:
Τι χώρα θα μείνει πίσω όταν κλείσει το Ταμείο Ανάκαμψης;
Και εκεί αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.
Η «απορρόφηση» δεν είναι αναπτυξιακό σχέδιο
Η κυβέρνηση έχει επενδύσει πολιτικά στην εικόνα μιας επιτυχημένης «απορρόφησης».
Αλλά η απορρόφηση ενός κονδυλίου δεν αποτελεί από μόνη της αναπτυξιακή πολιτική.
Άλλο να δαπανάς χρήματα και άλλο να αλλάζεις μια οικονομία.
Άλλο να αγοράζεις εξοπλισμό και άλλο να δημιουργείς εγχώρια τεχνογνωσία.
Άλλο να επιδοτείς μια επένδυση και άλλο να δημιουργείς έναν νέο παραγωγικό κλάδο.
Άλλο να ψηφιοποιείς μια διαδικασία και άλλο να δημιουργείς αποτελεσματικό κράτος.
Και άλλο να χρηματοδοτείς «πράσινες επενδύσεις» και άλλο να εξασφαλίζεις ότι το οικονομικό όφελος της ενεργειακής μετάβασης φτάνει στο νοικοκυριό, στον εργαζόμενο και στη μικρή επιχείρηση.
Τον Απρίλιο του 2026 η Ελλάδα είχε λάβει 24,6 δισ. ευρώ από το Ταμείο, δηλαδή περίπου το 68,5% της συνολικής χρηματοδότησης, ενώ είχε εκπληρωθεί το 53% των οροσήμων και στόχων του σχεδίου.
Αυτό αποδεικνύει πρόοδο στην εφαρμογή.
Δεν αποδεικνύει όμως από μόνο του παραγωγικό μετασχηματισμό.
Αυτός θα κριθεί από όσα θα υπάρχουν στη χώρα όταν τα ευρωπαϊκά χρήματα σταματήσουν.
Ένα σχέδιο που άλλαζε συνεχώς
Υπάρχει και ένα δεύτερο σοβαρό πολιτικό ζήτημα.
Το «Ελλάδα 2.0» εγκρίθηκε το 2021 και στη συνέχεια αναθεωρήθηκε επανειλημμένα: το 2023, δύο φορές το 2024, δύο φορές το 2025 και ξανά το 2026. Η ίδια η επίσημη σελίδα του Ταμείου καταγράφει αυτές τις διαδοχικές τροποποιήσεις.
Οι αναθεωρήσεις δεν είναι από μόνες τους κακές. Ένα μεγάλο πρόγραμμα οφείλει να προσαρμόζεται στις συνθήκες.
Όταν όμως η προσαρμογή γίνεται σχεδόν μόνιμη κατάσταση, μέχρι την εκπνοή του προγράμματος, το εύλογο ερώτημα είναι άλλο:
Υπήρξε εξαρχής πραγματικό αναπτυξιακό σχέδιο ή υπήρχε ένας μεγάλος κατάλογος έργων που διαρκώς αναδιαμορφωνόταν ώστε να προλάβει τις προθεσμίες;
Για μια κυβέρνηση που έκανε σημαία της τον «επιτελικό σχεδιασμό», αυτό το ερώτημα μόνο αμελητέο δεν είναι.
Τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει με 36 δισεκατομμύρια
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η πραγματική πολιτική συζήτηση.
Όχι στο αν ολοκληρώθηκε το τάδε ορόσημο.
Αλλά στο τι μπορούσε να γίνει και δεν έγινε ως κεντρική εθνική επιλογή.
1. Να ξαναφτιάξουμε παραγωγική οικονομία
Η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε αποφασίσει ότι ένα σημαντικό μέρος του Ταμείου θα χρησιμοποιούνταν για να ξαναχτιστούν παραγωγικές αλυσίδες μέσα στη χώρα.
Αγροδιατροφή υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Φαρμακοβιομηχανία.
Βιοτεχνολογία.
Ηλεκτρονικός και ενεργειακός εξοπλισμός.
Τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας.
Ναυπηγοεπισκευή και ναυτιλιακή τεχνολογία.
Λογισμικό.
Πολιτιστικές και δημιουργικές βιομηχανίες.
Προηγμένα υλικά.
Έρευνα συνδεδεμένη με ελληνική παραγωγή.
Κάθε μεγάλη χρηματοδότηση θα μπορούσε να συνοδεύεται από ένα απλό ερώτημα:
Πόση προστιθέμενη αξία θα παραχθεί στην Ελλάδα;
Πόσες καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας;
Πόση τεχνογνωσία;
Πόσες ελληνικές επιχειρήσεις θα ενταχθούν στην εφοδιαστική αλυσίδα;
Πόσες εξαγωγές θα δημιουργηθούν;
Αντί να χρηματοδοτούμε απλώς επενδύσεις, θα μπορούσαμε να χρηματοδοτούμε μια νέα παραγωγική δομή της χώρας.
2. Να χρηματοδοτήσουμε τη μικρή και μεσαία επιχείρηση, όχι μόνο εκείνον που ήδη μπορεί να δανειστεί
Ένα τεράστιο μέρος του ελληνικού παραγωγικού ιστού αποτελείται από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Για αυτές, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι «δεν έχουν καλές ιδέες».
Είναι ότι συχνά δεν διαθέτουν την τραπεζική εικόνα, τις εγγυήσεις και τα ίδια κεφάλαια που απαιτούνται για να μπουν σε ένα μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα.
Εδώ χρειαζόταν μια διαφορετική αρχιτεκτονική:
ισχυρή Αναπτυξιακή Τράπεζα,
δημόσιες εγγυήσεις,
μικροχρηματοδοτήσεις,
συνεργατικά παραγωγικά σχήματα,
τοπικά επενδυτικά εργαλεία,
ειδικά προγράμματα για μικρές επιχειρήσεις της περιφέρειας.
Γιατί η ανάπτυξη δεν είναι πραγματική όταν χρηματοδοτεί κυρίως εκείνον που είχε ήδη πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα.
3. Να αντιμετωπίσουμε τη στεγαστική κρίση πριν γίνει κοινωνική βόμβα
Η χώρα μπορούσε να έχει σήμερα ένα μεγάλο απόθεμα κοινωνικής και προσιτής κατοικίας.
Δημόσια κτίρια θα μπορούσαν να έχουν ανακαινιστεί.
Κενές κατοικίες να έχουν ενταχθεί, με κίνητρα και δημόσια εγγύηση, σε σύστημα μακροχρόνιας προσιτής μίσθωσης.
Οι Δήμοι να διαθέτουν δημοτική κατοικία.
Νέοι εργαζόμενοι, οικογένειες, εκπαιδευτικοί, γιατροί και δημόσιοι υπάλληλοι σε τουριστικές ή νησιωτικές περιοχές να έχουν πρόσβαση σε κατοικίες με ελεγχόμενο κόστος.
Όχι μόνο βοήθεια για να αγοράσεις ακριβότερα ένα ήδη ακριβό σπίτι.
Αλλά πολιτική που αυξάνει πραγματικά το διαθέσιμο απόθεμα κατοικιών.
4. Να κάνουμε την πράσινη μετάβαση κοινωνική
Δισεκατομμύρια κατευθύνθηκαν, δικαίως, στην πράσινη μετάβαση — το επίσημο σχέδιο προβλέπει πάνω από το ένα τρίτο των πόρων για σχετικούς στόχους.
Αλλά μπορούσαμε να είχαμε πάει πολύ μακρύτερα.
Φωτοβολταϊκά σε κάθε σχολείο και δημόσιο κτίριο όπου είναι τεχνικά εφικτό.
Ενεργειακές κοινότητες Δήμων και πολιτών.
Μαζικά προγράμματα θερμομόνωσης.
Αντλίες θερμότητας για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.
Τοπικά συστήματα αποθήκευσης.
Ενεργειακά αυτόνομους ορεινούς και νησιωτικούς οικισμούς.
Η πράσινη μετάβαση θα μπορούσε να έχει έναν πολύ συγκεκριμένο κοινωνικό στόχο:
να πληρώνει ο πολίτης λιγότερη ενέργεια.
Όχι απλώς να αλλάξει εκείνος που του την πουλάει.
5. Να αφήσουμε πίσω ένα άλλο ΕΣΥ
Μετά την πανδημία, η πολιτική προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι αυτονόητη.
Νοσοκομεία.
Κέντρα Υγείας.
Πρωτοβάθμια περίθαλψη.
Σύγχρονα εργαστήρια.
Ψηφιακές υποδομές.
Υγειονομικές μονάδες στην περιφέρεια.
Και, πάνω απ’ όλα, άνθρωποι.
Γιατί ένα ανακαινισμένο νοσοκομείο χωρίς γιατρούς και νοσηλευτές είναι ένα ωραίο κτίριο.
Δεν είναι δημόσιο σύστημα υγείας.
6. Να ξαναφτιάξουμε τον ελληνικό σιδηρόδρομο και τις δημόσιες μεταφορές
Μια χώρα που μιλά για πράσινη μετάβαση θα μπορούσε να είχε θέσει ως εθνικό έργο την αναγέννηση του σιδηροδρόμου.
Όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις.
Ένα δίκτυο ασφαλές, ηλεκτροκίνητο, σύγχρονο, που να συνδέει λιμάνια, βιομηχανικές περιοχές και πόλεις.
Και μαζί του περιφερειακές δημόσιες συγκοινωνίες, μικρά ηλεκτρικά λεωφορεία, έξυπνα συστήματα μετακίνησης στις αγροτικές και νησιωτικές περιοχές.
Αυτό θα ήταν πράσινη μετάβαση.
Και ταυτόχρονα κοινωνική πολιτική.
7. Να σώσουμε την ελληνική περιφέρεια πριν ερημώσει
Το μεγαλύτερο πρόβλημα πολλών ελληνικών περιοχών δεν είναι πλέον μόνο οικονομικό.
Είναι δημογραφικό.
Χωριά και μικρές πόλεις χάνουν πληθυσμό, υπηρεσίες και νέους ανθρώπους.
Ένα πραγματικά εθνικό Ταμείο Ανάκαμψης θα μπορούσε να έχει σαφή γεωγραφική διάσταση.
Να γνωρίζει ο πολίτης:
πόσα χρήματα πήγαν στην Πελοπόννησο,
πόσα στην Ήπειρο,
πόσα στη Θράκη,
πόσα στη Δυτική Μακεδονία,
πόσα στα νησιά,
και κυρίως τι άλλαξαν εκεί.
Θέσεις εργασίας.
Υπηρεσίες.
Σχολεία.
Υγεία.
Μεταφορές.
Ψηφιακή συνδεσιμότητα.
Τοπική παραγωγή.
Δεν αρκεί να αναπτύσσεται η χώρα.
Πρέπει να μπορείς και να ζήσεις σε ολόκληρη τη χώρα.
8. Και πάνω απ’ όλα: να χτίσουμε κράτος
Ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία.
Θα μπορούσαμε με αυτά τα δισεκατομμύρια να δημιουργήσουμε ένα δημόσιο που ξέρει να σχεδιάζει.
Ισχυρές τεχνικές υπηρεσίες στους Δήμους.
Μόνιμο επιστημονικό προσωπικό στις Περιφέρειες.
Δομές αξιολόγησης πολιτικών.
Μηχανισμούς ωρίμανσης έργων.
Δημόσια στελέχη που γνωρίζουν ευρωπαϊκά προγράμματα, δημόσιες συμβάσεις, χρηματοοικονομικά εργαλεία, περιβαλλοντικό σχεδιασμό.
Να τελειώσει η εποχή όπου σχεδόν κάθε σύνθετη δημόσια πολιτική χρειάζεται στρατιές εξωτερικών συμβούλων για να σχεδιαστεί.
Γιατί όταν αγοράζεις συνεχώς τεχνογνωσία, στο τέλος της σύμβασης η τεχνογνωσία φεύγει.
Όταν τη δημιουργείς στο Δημόσιο, μένει στη χώρα.
Το πραγματικό ερώτημα
Η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάσει έργα που έγιναν. Και πράγματι έγιναν επενδύσεις, ψηφιακές παρεμβάσεις, έργα ενέργειας, υγείας, εκπαίδευσης και υποδομών. Το ίδιο το ευρωπαϊκό σύστημα εκταμιεύσεων πιστοποιεί την εκπλήρωση σημαντικού αριθμού οροσήμων.
Αλλά αυτό δεν απαντά στο πολιτικό ερώτημα.
Με σχεδόν 36 δισεκατομμύρια ευρώ στη διάθεσή μας, αλλάξαμε χώρα;
Μειώσαμε την εξάρτηση της οικονομίας από τον τουρισμό, το real estate και την κατανάλωση;
Αποκτήσαμε νέα παραγωγική βάση;
Έγινε ισχυρότερο το ΕΣΥ;
Λύσαμε ή έστω αρχίσαμε να λύνουμε το στεγαστικό;
Αναστήσαμε τον σιδηρόδρομο;
Μειώσαμε τις περιφερειακές ανισότητες;
Δώσαμε πραγματική χρηματοδοτική ανάσα στη μικρή επιχείρηση;
Δημιουργήσαμε ισχυρότερο Δημόσιο;
Αφήσαμε στους νέους μια χώρα στην οποία αξίζει να μείνουν;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που έχουν σημασία.
Γιατί η μεγαλύτερη σπατάλη δημόσιου χρήματος δεν είναι μόνο να πληρώσεις κάτι ακριβότερα απ’ όσο αξίζει.
Υπάρχει και μια πολύ μεγαλύτερη μορφή σπατάλης:
να σπαταλήσεις μια ιστορική ευκαιρία.
Να περάσουν από τα χέρια μιας κυβέρνησης δεκάδες δισεκατομμύρια που θα μπορούσαν να αλλάξουν το παραγωγικό και κοινωνικό υπόδειγμα μιας ολόκληρης χώρας — και στο τέλος η βασική δομή της οικονομίας να παραμείνει σχεδόν η ίδια.
Το Ταμείο Ανάκαμψης μπορούσε να είναι ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
Μια συμφωνία ότι μετά από δέκα χρόνια λιτότητας, κρίσεων και πανδημίας, η ανάπτυξη δεν θα μετριέται μόνο σε ποσοστά ΑΕΠ.
Θα μετριέται στον μισθό.
Στο νοίκι.
Στον λογαριασμό του ρεύματος.
Στο νοσοκομείο.
Στο σχολείο.
Στο τρένο που λειτουργεί.
Στη μικρή επιχείρηση που μπορεί να επενδύσει.
Στο χωριό που εξακολουθεί να έχει ζωή.
Στον νέο επιστήμονα που δεν χρειάζεται να φύγει στο εξωτερικό.
Αυτό θα ήταν ανάκαμψη.
Και αυτό θα ήταν ανάπτυξη.
Όχι η διαχείριση των δισεκατομμυρίων ως ακόμη ενός χρηματοδοτικού προγράμματος, αλλά η χρησιμοποίησή τους για να αλλάξει η πορεία μιας χώρας.
Το «Ελλάδα 2.0» δημιουργήθηκε ακριβώς για να υποσχεθεί αυτή την Ελλάδα του μέλλοντος.
Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα, όταν κλείσουν οι τελευταίοι λογαριασμοί του Ταμείου, θα είναι αμείλικτο:
Πού είναι αυτή η Ελλάδα;

