ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ, ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ, ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΡΟ

Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που σε μια πολιτισμένη κοινωνία δεν πωλούνται.

Δεν πωλείται η υγεία.

Δεν πωλείται η γνώση.

Δεν πωλείται η πολιτιστική κληρονομιά.

Και, πάνω απ’ όλα, δεν πωλείται το νερό.

Γιατί χωρίς νερό δεν υπάρχει αγορά, δεν υπάρχει οικονομία, δεν υπάρχει «επενδυτική ευκαιρία». Δεν υπάρχει ζωή.

Κι όμως, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, πιστή στην ιδεοληπτική αντίληψη ότι κάθε δημόσιο και κοινωνικό αγαθό πρέπει να μετριέται με όρους κόστους, απόδοσης, εταιρικής αποτελεσματικότητας και κερδοφορίας, επέλεξε μέσα στο κατακαλόκαιρο να ολοκληρώσει ακόμη ένα κομμάτι του ίδιου παζλ.

Στις 31 Ιουλίου 2026 έγινε νόμος του κράτους ο ν. 5325/2026 για την επέκταση των αρμοδιοτήτων της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, την αναδιοργάνωση των παρόχων νερού και την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της ΡΑΑΕΥ. Η δημόσια διαβούλευση είχε ανοίξει μόλις στις 10 Ιουλίου και έκλεισε στις 20 Ιουλίου.

Έντεκα ημέρες διαβούλευσης για το νερό.

Για ένα αγαθό που αφορά κάθε σπίτι, κάθε χωριό, κάθε αγρότη, κάθε επιχείρηση, κάθε οικοσύστημα και κάθε μελλοντική γενιά.

Αυτό από μόνο του λέει πολλά για το πώς αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση τη δημόσια συζήτηση.

Δεν είναι απλώς μια “διοικητική μεταρρύθμιση”

Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη μεταρρύθμιση ως αναγκαία απάντηση στον κατακερματισμό των φορέων, στα γερασμένα δίκτυα, στις τεράστιες απώλειες νερού και στη λειψυδρία. Αυτά είναι πραγματικά προβλήματα και κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν πρέπει να τα αρνείται. Το Υπουργείο υποστηρίζει ότι η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων θα δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας, καλύτερη χρηματοδότηση και αποτελεσματικότερη διαχείριση.

Το ερώτημα όμως είναι άλλο:

Γιατί η απάντηση στην ανεπάρκεια του δημόσιου συστήματος πρέπει πάντοτε να είναι περισσότερη εταιρικοποίηση;

Γιατί όταν το κράτος έχει αφήσει ΔΕΥΑ και δημοτικά δίκτυα χωρίς προσωπικό, χωρίς επαρκή χρηματοδότηση και χωρίς τις απαραίτητες επενδύσεις, η λύση δεν είναι να τα ενισχύσει αλλά να τα απορροφήσει;

Γιατί το νερό πρέπει να απομακρυνθεί από τον άμεσο δημοκρατικό έλεγχο της τοπικής κοινωνίας και να περάσει σε γιγαντιαίες Ανώνυμες Εταιρείες;

Και κυρίως: γιατί η πρόσβαση στο νερό πρέπει να οργανώνεται όλο και περισσότερο μέσα από τη γλώσσα της “κοστολόγησης”, της “ανάκτησης κόστους”, της “οικονομικής βιωσιμότητας”, της “εισπραξιμότητας” και των εταιρικών ισολογισμών;

Αυτή ακριβώς είναι η πολιτική ουσία του νέου μοντέλου.

Δημοτικές υποδομές και δίκτυα περνούν στις Α.Ε.

Ο νόμος δεν περιορίζεται σε έναν καλύτερο συντονισμό.

Προβλέπει μεταφορά δραστηριοτήτων ύδρευσης, αποχέτευσης και άρδευσης προς την ΕΥΔΑΠ Α.Ε. και την ΕΥΑΘ Α.Ε. και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, μεταβίβαση ακόμη και πάγιων περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στους Δήμους. Προβλέπει ότι δίκτυα και υποδομές που κατασκευάζονται ή αντικαθίστανται από τις εταιρείες μπορούν να περιέρχονται αυτοδικαίως στην κυριότητά τους, ενώ όπου τα πάγια παραμένουν στον Δήμο οι εταιρείες αποκτούν δικαίωμα χρήσης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης των υποδομών.

Με άλλα λόγια: η τοπική κοινωνία απομακρύνεται από το ίδιο της το δίκτυο.

Και εδώ βρίσκεται η τεράστια πολιτική αντίφαση.

Η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ μπορεί να βρίσκονται υπό δημόσιο έλεγχο, δεν είναι όμως δημόσιες υπηρεσίες με την κλασική έννοια. Είναι εισηγμένες Ανώνυμες Εταιρείες, λειτουργούν με εταιρικό δίκαιο, έχουν ιδιώτες μετόχους και διανέμουν μερίσματα. Στην ΕΥΔΑΠ, για παράδειγμα, το Ελληνικό Δημόσιο κατείχε στο τέλος του 2025 το 50%+1 μετοχή και το Υπερταμείο 11,33%, ενώ το υπόλοιπο βρισκόταν σε νομικά και φυσικά πρόσωπα. Τον Μάρτιο του 2026 η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ γνωστοποίησε ότι απέκτησε δικαιώματα ψήφου που αντιστοιχούν σε 9,7121% της ΕΥΔΑΠ.

Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Δεν ιδιωτικοποιείται σήμερα τυπικά το νερό. Εντάσσεται όμως ολοένα βαθύτερα σε ένα εταιρικό και αγοραίο μοντέλο διαχείρισης.

Και αυτή η διαφορά δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να αθωωθεί η κυβερνητική πολιτική.

Πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να καταλάβουμε ακριβώς τι κάνει.

Από το κοινωνικό δικαίωμα στον λογαριασμό

Το πιο αποκαλυπτικό ίσως στοιχείο βρίσκεται στη γλώσσα του ίδιου του νόμου.

Η ΡΑΑΕΥ αποκτά την αρμοδιότητα να εγκρίνει ή να απορρίπτει τα τιμολόγια των παρόχων και να εποπτεύει την εφαρμογή των κανόνων κοστολόγησης και τιμολόγησης. Παράλληλα, κατά την αξιολόγηση των παρόχων λαμβάνονται υπόψη οικονομικά κριτήρια όπως το λειτουργικό κόστος, το ποσοστό ανάκτησης κόστους, οι ταμειακές ροές, η επάρκεια τιμολόγησης και η εισπραξιμότητα.

Αυτές οι έννοιες μπορεί να είναι λογιστικά αναγκαίες για οποιονδήποτε οργανισμό.

Γίνονται όμως πολιτικά επικίνδυνες όταν μετατρέπονται στην κυρίαρχη φιλοσοφία για ένα αγαθό χωρίς το οποίο ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει.

Γιατί ο πολίτης παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως δικαιούχος ενός κοινωνικού αγαθού και αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως πελάτης μιας υπηρεσίας.

Και από τη στιγμή που υπάρχει πελάτης, υπάρχει τιμολόγιο.

Από τη στιγμή που υπάρχει τιμολόγιο, υπάρχει «ανάκτηση κόστους».

Από τη στιγμή που υπάρχει εταιρεία, υπάρχει ισολογισμός.

Και όταν υπάρχει εισηγμένη εταιρεία, υπάρχουν μέτοχοι που δικαιούνται μέρισμα.

Η ΕΥΑΘ, για παράδειγμα, αποφάσισε τον Ιούλιο του 2026 διανομή μερίσματος από τα κέρδη του 2025.

Να λοιπόν η θεμελιώδης αντίφαση:

Μπορεί το ίδιο αγαθό να αποτελεί ταυτόχρονα ανθρώπινο δικαίωμα και αντικείμενο εταιρικής απόδοσης;

Εμείς απαντάμε: OXI.

Το νερό δεν είναι προϊόν. Είναι δικαίωμα

Δεν πρόκειται για κάποιο «ακραίο αριστερό σύνθημα».

Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ έχει αναγνωρίσει από το 2010 την πρόσβαση σε ασφαλές και καθαρό πόσιμο νερό και αποχέτευση ως ανθρώπινο δικαίωμα, απαραίτητο για την πλήρη απόλαυση της ζωής και όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Και το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει, στην περίπτωση της ΕΥΑΘ, ότι υπό συνθήκες μονοπωλιακής παροχής ύδρευσης και αποχέτευσης είναι συνταγματικά επιβεβλημένος ο ουσιαστικός έλεγχος της εταιρείας από το Ελληνικό Δημόσιο, ακόμη και μέσω του μετοχικού κεφαλαίου της.

Δεν πρόκειται λοιπόν για ένα ακόμη εμπόρευμα.

Και εδώ ακριβώς συγκρούονται δύο κόσμοι.

Ο ένας κόσμος λέει: κόστος – τιμή – εταιρεία – απόδοση – μέρισμα.

Ο άλλος λέει: ανάγκη – δικαίωμα – ισότητα – δημόσια ευθύνη – κοινωνική αλληλεγγύη.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αποδείξει πολλές φορές ποιο λεξιλόγιο προτιμά και σε ποιόν κόσμο ανήκει.

Η ίδια πολιτική παντού

Στην Υγεία, το δημόσιο νοσοκομείο υποχωρεί και ο πολίτης σπρώχνεται στον ιδιώτη.

Στην Παιδεία, το δικαίωμα μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε προϊόν που αγοράζεται ανάλογα με το πορτοφόλι.

Στον Πολιτισμό, η πολιτιστική κληρονομιά αντιμετωπίζεται πλέον με όρους εταιρικής αξιοποίησης και εμπορικής εκμετάλλευσης.

Και τώρα στο νερό εισάγεται ακόμη βαθύτερα η ίδια λογική:

μεγάλες εταιρικές δομές, κεντρικοποίηση, κοστολόγηση, ανάκτηση κόστους, τιμολόγια, πάγια, αποτίμηση περιουσίας, εταιρική διαχείριση.

Δεν είναι τέσσερις διαφορετικές πολιτικές.

Είναι μία.

Είναι η αντίληψη ότι το κράτος δεν οφείλει να εγγυάται κοινωνικά αγαθά αλλά να οργανώνει «αγορές υπηρεσιών».

Ότι η κοινωνία δεν αποτελείται από πολίτες με δικαιώματα αλλά από καταναλωτές με διαφορετική αγοραστική δύναμη.

Ότι εκεί όπου υπάρχει κοινωνική ανάγκη πρέπει να αναζητηθεί οικονομικό αντικείμενο.

Από αυτή την άποψη, η κυβέρνηση των «αρίστων» αποδεικνύεται κυβέρνηση των α(χ)ρίστων:

γιατί γνωρίζει την τιμή των πάντων και κινδυνεύει να ξεχάσει την αξία τους.

Και η λειψυδρία;

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει πραγματικό πρόβλημα νερού.

Υπάρχουν γερασμένα δίκτυα. Υπάρχουν περιοχές με απαράδεκτες απώλειες. Υπάρχει υπεράντληση υπόγειων υδροφορέων. Υπάρχει κλιματική κρίση. Υπάρχει ανάγκη τεράστιων επενδύσεων.

Αλλά ακριβώς επειδή το νερό γίνεται σπανιότερο, γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνο να αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα.

Η σπανιότητα ενός κοινωνικού αγαθού δεν δικαιολογεί την εμπορευματοποίησή του.

Δικαιολογεί το αντίθετο:

περισσότερο δημόσιο σχεδιασμό.

Περισσότερη δημοκρατική εποπτεία.

Μεγαλύτερη κοινωνική προστασία.

Αυστηρότερη οικολογική διαχείριση.

Το νερό δεν πρέπει να πηγαίνει σε εκείνον που μπορεί να πληρώσει περισσότερο.

Πρέπει να κατανέμεται με βάση την ανθρώπινη ανάγκη, την κοινωνική δικαιοσύνη και τη βιωσιμότητα του υδάτινου αποθέματος.

Η σοσιαλιστική απάντηση: δημόσιο νερό, κοινωνικός έλεγχος, οικολογικός σχεδιασμός

Η απάντηση της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι απλώς «όχι στον νόμο Μητσοτάκη».

Πρέπει να υπάρχει ένα καθαρό εναλλακτικό σχέδιο.

Πρώτον: το νερό να κατοχυρωθεί θεσμικά ως κοινό, κοινωνικό αγαθό και θεμελιώδες δικαίωμα. Οι υποδομές ύδρευσης, αποχέτευσης και βασικής άρδευσης πρέπει να παραμένουν αμεταβίβαστες υπό δημόσιο ή αυτοδιοικητικό έλεγχο.

Δεύτερον: ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ να μετατραπούν σταδιακά σε φορείς 100% δημόσιου κοινωνικού χαρακτήρα. Μακροπρόθεσμος στόχος πρέπει να είναι η έξοδος από τη χρηματιστηριακή λογική και η νόμιμη επαναπόκτηση των ιδιωτικών συμμετοχών. Δεν μπορεί το ανθρώπινο δικαίωμα στο νερό να συνδέεται με την προσδοκία μερίσματος.

Τρίτον: ισχυρές δημόσιες και δημοτικές επιχειρήσεις νερού. Οι ΔΕΥΑ που είναι βιώσιμες και αποτελεσματικές πρέπει να ενισχυθούν, όχι να καταργηθούν. Όπου χρειάζονται οικονομίες κλίμακας, μπορούν να δημιουργηθούν δημόσια διαδημοτικά σχήματα, με συναίνεση των τοπικών κοινωνιών και όχι με αναγκαστική απορρόφηση.

Τέταρτον: κοινωνικό τιμολόγιο πραγματικής καθολικής πρόσβασης. Μία βασική ποσότητα νερού ανά άνθρωπο, επαρκής για αξιοπρεπή διαβίωση, πρέπει να παρέχεται δωρεάν ή με συμβολικό κόστος. Καμία διακοπή παροχής σε ευάλωτο νοικοκυριό επειδή δεν μπορεί να πληρώσει.

Αυτό όμως δεν σημαίνει δωρεάν απεριόριστη κατανάλωση. Η μεγάλη κατανάλωση σε πισίνες, τουριστικές εγκαταστάσεις, βιομηχανίες ή άλλες υδροβόρες δραστηριότητες μπορεί και πρέπει να τιμολογείται προοδευτικά πολύ ακριβότερα. Το δικαίωμα στο νερό δεν είναι δικαίωμα στη σπατάλη.

Πέμπτον: εθνικό δημόσιο πρόγραμμα αντικατάστασης των δικτύων. Αντί για πανάκριβες λύσεις αφού το νερό χαθεί, επένδυση στην ανίχνευση διαρροών, στην τηλεμετρία, στην αντικατάσταση αγωγών, στη συλλογή βρόχινου νερού, στην επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υδάτων και —όπου τεκμηριώνεται— σε σύγχρονες μονάδες αφαλάτωσης με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Έκτον: δημόσια διαχείριση ανά υδατική λεκάνη. Το νερό δεν γνωρίζει διοικητικά σύνορα. Απαιτείται επιστημονικός σχεδιασμός από την πηγή έως την κατανάλωση, με πραγματικά δεδομένα για τα διαθέσιμα αποθέματα και σαφή ιεράρχηση: πρώτα ανθρώπινη κατανάλωση και οικοσυστήματα, μετά αναγκαία γεωργική παραγωγή και στη συνέχεια οι υπόλοιπες οικονομικές χρήσεις.

Έβδομον: κοινωνικός και εργατικός έλεγχος. Στη διοίκηση των δημόσιων φορέων νερού πρέπει να εκπροσωπούνται το κράτος, οι Δήμοι, οι εργαζόμενοι, οι καταναλωτές και η επιστημονική κοινότητα. Όχι διορισμένα διοικητικά συμβούλια που λογοδοτούν μόνο στον εκάστοτε υπουργό.

Όγδοον: πλήρης διαφάνεια. Δημόσια, ανοικτά δεδομένα για αποθέματα, απώλειες δικτύων, ποιότητα νερού, κόστος παραγωγής, συμβάσεις, έργα και καταναλώσεις μεγάλων χρηστών.

Ένατον: τέλος στην ιδιωτικοποίηση από την πίσω πόρτα. Καμία παραχώρηση βασικών δικτύων, πηγών και στρατηγικών υποδομών σε ιδιώτες μέσω ΣΔΙΤ ή συμβάσεων μακράς διάρκειας. Οι ιδιωτικές εταιρείες μπορούν να κατασκευάζουν έργα μέσω δημόσιων διαγωνισμών· δεν πρέπει να αποκτούν τον έλεγχο του φυσικού πόρου.

Δέκατον: τα κέρδη από το νερό να επιστρέφουν στο νερό. Κάθε πλεόνασμα των δημόσιων επιχειρήσεων ύδρευσης να επανεπενδύεται σε δίκτυα, ποιότητα, περιβαλλοντική προστασία και κοινωνικά τιμολόγια — όχι να μετατρέπεται σε μέρισμα.

Δεν τους ανήκει

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Σταύρος Παπασταύρου μπορούν να βαφτίζουν αυτή την πολιτική «μεταρρύθμιση».

Μπορούν να μιλούν για «οικονομίες κλίμακας», «βιωσιμότητα των παρόχων» και «ορθολογική κοστολόγηση».

Εμείς όμως δικαιούμαστε να ρωτάμε το απλούστερο:

Ποιος αποφάσισε ότι το νερό πρέπει να λειτουργεί με τους κανόνες μιας Ανώνυμης Εταιρείας;

Και μέχρι πού σκοπεύει να φτάσει αυτή η κυβέρνηση;

Εμπορευματοποίησαν την Υγεία.

Εμπορευματοποίησαν την Παιδεία.

Παραδίδουν τον Πολιτισμό στην εταιρική «αξιοποίηση».

Τώρα βάζουν το νερό ακόμη βαθύτερα στη λογική της αγοράς.

Τι απέμεινε; Ο αέρας που αναπνέουμε;

Υπάρχει όμως μία γραμμή που μια κοινωνία οφείλει κάποτε να τραβήξει.

Και αυτή η γραμμή πρέπει να τραβηχτεί εδώ.

Το νερό δεν ανήκει στην κυβέρνηση.

Δεν ανήκει στις διοικήσεις των Α.Ε.

Δεν ανήκει στους μετόχους.

Δεν ανήκει στην αγορά.

Ανήκει σε όλους.

Στον ηλικιωμένο που μετρά το ευρώ.

Στην οικογένεια που δεν μπορεί να πληρώσει έναν διογκωμένο λογαριασμό.

Στον αγρότη που πρέπει να κρατήσει ζωντανή τη γη του.

Στο παιδί που θα γεννηθεί σε είκοσι χρόνια.

Στα ποτάμια, στους υδροφορείς και στα οικοσυστήματα που δεν έχουν φωνή για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

Το νερό είναι ζωή.

Και τη ζωή δεν την πουλάμε.

Μητσοτάκης και Μενδώνη θα λογοδοτήσουν για την εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς

Με τον ν. 5324/2026, που ψηφίστηκε αποκλειστικά από τη Νέα Δημοκρατία και καταψηφίστηκε από το σύνολο της αντιπολίτευσης, η κυβέρνηση Μητσοτάκη διέπραξε μία ακόμη βαρύτατη θεσμική εκτροπή: συνέστησε τον «Οργανισμό Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.», ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και διάρκεια λειτουργίας πενήντα ετών.

Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν μεταβιβάζεται η κυριότητα των μνημείων. Προσπαθεί έτσι να κρύψει την ουσία πίσω από ένα νομικίστικο τέχνασμα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος κρατά τον τυπικό τίτλο ιδιοκτησίας. Το ζήτημα είναι ποιος διαχειρίζεται, ποιος εκμεταλλεύεται, ποιος τιμολογεί, ποιος μισθώνει, ποιος παραχωρεί, ποιος αναθέτει και ποιος αποφασίζει τι θα αποφέρει κέρδος.

Ο νέος νόμος δίνει στην Ανώνυμη Εταιρεία την ευθύνη για το ηλεκτρονικό εισιτήριο, τα συστήματα πρόσβασης στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία, τα φυσικά και διαδικτυακά πωλητήρια, τα αναψυκτήρια, την εμπορική πολιτική, την παραγωγή και πώληση αντιγράφων, την αξιοποίηση ακινήτων, τη συνεργασία με εμπορικά δίκτυα και εξωτερικούς αναδόχους, ακόμη και τη δημιουργία «εμπειριών γαστρονομίας» μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους, ιστορικούς τόπους, μνημεία και μουσεία. Της επιτρέπει επίσης να εκμισθώνει και να παραχωρεί, με κάθε συμβατική μορφή, τη χρήση ακίνητης περιουσίας που διαχειρίζεται για λογαριασμό του ΟΔΑΠ ή του Υπουργείου Πολιτισμού.

Αυτό δεν είναι «εκσυγχρονισμός».

Δεν είναι «ανάδειξη».

Δεν είναι «εξωστρέφεια».

Είναι η εταιρικοποίηση της εθνικής μνήμης. Είναι η υπαγωγή του πολιτισμού στη λογική της αγοράς. Είναι η μετατροπή των μνημείων, των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων από δημόσια κοινωνικά αγαθά σε πεδία εμπορικής εκμετάλλευσης.

Η Λίνα Μενδώνη δεν είναι μια ουδέτερη τεχνοκράτης που εφαρμόζει κάποια αναπόφευκτη διοικητική μεταρρύθμιση. Είναι η πολιτικά υπεύθυνη υπουργός που συνέλαβε, εισηγήθηκε και υπερασπίστηκε αυτή τη βαθιά αντιδραστική επιλογή. Είναι η υπουργός που αντιμετωπίζει την πολιτιστική κληρονομιά ως «αναπτυξιακό πόρο», τις αρχαιότητες ως εμπορικό πλεονέκτημα και τον επισκέπτη ως πελάτη μιας επώνυμης εταιρικής «εμπειρίας».

Και ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από την υπουργό του. Η νομοθέτηση αυτή φέρει ακέραιη τη δική του υπογραφή και εκφράζει τον πυρήνα της πολιτικής του: ό,τι είναι δημόσιο να μετατρέπεται σε αγορά, ό,τι είναι κοινωνικό αγαθό να αποκτά τιμοκατάλογο και ό,τι ανήκει στον λαό να παραδίδεται σε διοικήσεις Α.Ε., μάνατζερ, εργολάβους και εμπορικά δίκτυα.

Το άρθρο 24 του Συντάγματος δεν αναθέτει την προστασία των μνημείων στην αγορά. Ορίζει ότι τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Πρόκειται για ενεργή, αδιαπραγμάτευτη και διαρκή κρατική υποχρέωση — όχι για επιχειρηματική δραστηριότητα, ούτε για πεδίο εφαρμογής ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων.

Η πολιτιστική κληρονομιά δεν δημιουργήθηκε από τη Νέα Δημοκρατία. Δεν ανήκει στη Μενδώνη. Δεν αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της κυβέρνησης Μητσοτάκη για να το εντάσσει σε πεντηκονταετείς εταιρικούς σχεδιασμούς. Ανήκει στον ελληνικό λαό, στις προηγούμενες και στις επόμενες γενιές. Αποτελεί θεμέλιο της ιστορικής μας συνέχειας, της συλλογικής μνήμης και της εθνικής μας αυτογνωσίας.

Η επιλογή να αντιμετωπιστεί αυτός ο ανεκτίμητος πλούτος ως εμπόρευμα αποτελεί, κατά την πολιτική και ιστορική μας κρίση, πράξη εθνικής απιστίας απέναντι στην ευθύνη διαφύλαξης της κληρονομιάς του τόπου.

Η κυβέρνηση πρέπει να γνωρίζει ότι ο νόμος αυτός δεν θα νομιμοποιηθεί στη συνείδηση της κοινωνίας. Θα αγωνιστούμε για την κατάργησή του, για την επιστροφή όλων των αρμοδιοτήτων σε ισχυρές και επαρκώς στελεχωμένες δημόσιες υπηρεσίες και για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς από κάθε μορφή εμπορευματοποίησης, εργολαβοποίησης και εταιρικής εκμετάλλευσης.

Και ας μην αυταπατώνται ο Κυριάκος Μητσοτάκης, η Λίνα Μενδώνη και όσοι ψήφισαν αυτή τη νομοθετική εκτροπή ότι οι ευθύνες τους θα χαθούν μέσα στην πολιτική λήθη.

Θα λογοδοτήσουν πολιτικά και κοινοβουλευτικά. Κάθε πράξη, κάθε σύμβαση, κάθε παραχώρηση και κάθε οικονομική συναλλαγή της νέας εταιρείας θα ελεγχθεί εξονυχιστικά. Και όπου από τον θεσμικό και δικαστικό έλεγχο προκύψουν ευθύνες, αυτές θα αποδοθούν χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς συμψηφισμούς.

Ο Πολιτισμός δεν είναι εμπόρευμα.

Τα μνημεία δεν είναι επιχειρηματικές ευκαιρίες.

Η ιστορική μνήμη δεν είναι εταιρικό χαρτοφυλάκιο.

Η πολιτιστική κληρονομιά ανήκει στον λαό — και ο λαός θα την υπερασπιστεί.

Οι πρόσφατες (16.7.2026) παρεμβάσεις του εκλογικού αναλυτή Ανδρέα Δρυμιώτη παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι επειδή πρέπει κανείς να συμφωνεί μαζί τους, αλλά επειδή αναδεικνύουν ένα κρίσιμο πολιτικό αδιέξοδο.

Ο Δρυμιώτης υποστηρίζει ότι, παρά τη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, τη μείωση της αγοραστικής δύναμης και τα σοβαρά προβλήματα διακυβέρνησης, η Νέα Δημοκρατία ενδέχεται να εμφανιστεί ισχυρότερη από ό,τι καταγράφουν σήμερα οι δημοσκοπήσεις. Κατά την άποψή του, αυτό συμβαίνει επειδή σημαντικό τμήμα των πολιτών δεν βλέπει μια πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης και, μπροστά στην αβεβαιότητα, επιλέγει τη λύση που ήδη γνωρίζει.

Αν αυτή η εκτίμηση είναι έστω και εν μέρει σωστή, τότε το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η κυβερνητική φθορά. Είναι κυρίως η αδυναμία των δημοκρατικών, προοδευτικών και αριστερών δυνάμεων να παρουσιάσουν μια κοινή, αξιόπιστη και κυβερνητικά πειστική πρόταση για την επόμενη ημέρα.

Η δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από τα ποσοστά των κομμάτων, τις προσωπικές στρατηγικές και τις φιλοδοξίες των αρχηγών. Αντίθετα, ελάχιστα συζητείται το κρίσιμο ερώτημα:

Εάν καμία πολιτική δύναμη δεν εξασφαλίσει αυτοδυναμία, υπάρχει σχέδιο για τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης συνεργασίας που θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες της χώρας και της κοινωνίας;

Εάν η ανάλυση του Δρυμιώτη είναι σωστή, τότε η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς περισσότερη αντιπολίτευση ή περισσότερη καταγγελία.

Η απάντηση πρέπει να είναι μια αξιόπιστη κυβερνητική εναλλακτική, με σαφές πολιτικό, κοινωνικό και θεσμικό περιεχόμενο.

Μια εναλλακτική που δεν θα περιορίζεται στην εναλλαγή προσώπων, αλλά θα δεσμεύεται σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα δημοκρατικής, κοινωνικής και παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.

Ένα πρόγραμμα που θα έχει ως βασικούς άξονες:

  • την αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης, με ουσιαστική ενίσχυση των εισοδημάτων, αντιμετώπιση της ακρίβειας και της αισχροκέρδειας, προστασία της εργασίας και ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους,
  • την παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, με έμφαση στην πραγματική παραγωγή, την καινοτομία, την περιφερειακή ανάπτυξη και τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας,
  • την αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών, με πλήρη διαφάνεια, λογοδοσία, αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου και ισχυρές εγγυήσεις για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και όλων των ανεξάρτητων αρχών από κάθε μορφή πολιτικής επιρροής,
  • την ενίσχυση της εθνικής αξιοπρέπειας και της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας, μέσα από μια πολυδιάστατη, υπεύθυνη και ειρηνική εξωτερική πολιτική, που θα υπερασπίζεται με αυτοπεποίθηση τα εθνικά συμφέροντα, θα ενισχύει τον ρόλο της Ελλάδας ως δύναμης σταθερότητας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο και θα αξιοποιεί τις παραδοσιακές σχέσεις της χώρας με την Ευρώπη, τα Βαλκάνια και τον αραβικό κόσμο.

Η ιστορία έχει δείξει ότι οι εκλογές δεν κερδίζονται μόνο από τη φθορά της εκάστοτε κυβέρνησης. Κερδίζονται όταν οι πολίτες πεισθούν ότι υπάρχει μια καλύτερη, σοβαρότερη και κυβερνητικά αξιόπιστη πρόταση, ικανή όχι μόνο να αλλάξει την κυβέρνηση, αλλά και να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κυβερνάται η χώρα.

Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν είναι μόνο η πολιτική αλλαγή. Είναι η συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής και δημοκρατικής πλειοψηφίας, που θα μπορέσει να ενώσει ευρύτερες προοδευτικές δυνάμεις γύρω από ένα κοινό πρόγραμμα ανασυγκρότησης, κοινωνικής συνοχής και εθνικής αυτοπεποίθησης.