Από την εκπαιδευτική εξέγερση στη δημοκρατική και σοσιαλιστική ρήξη στην Ευρώπη

10 Οκτωβρίου 2026

Οι μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις που συγκλονίζουν τη Γαλλία και το Βέλγιο δεν αποτελούν μια στιγμιαία νεανική έκρηξη ούτε μια απλή διαμαρτυρία για επιμέρους εκπαιδευτικά προβλήματα. Είναι η ορατή εκδήλωση μιας βαθύτερης κοινωνικής κρίσης: μιας ολόκληρης γενιάς που βλέπει το δημόσιο σχολείο και το πανεπιστήμιο να υποβαθμίζονται, την εργασία να γίνεται επισφαλής, τη στέγη απρόσιτη και το μέλλον της να υποθηκεύεται στο όνομα της λιτότητας, της ανταγωνιστικότητας και της πολεμικής οικονομίας.

Στη Γαλλία το κίνημα ξεκίνησε από σχολεία των λαϊκών προαστίων και εξαπλώθηκε σε εκατοντάδες λύκεια, δεκάδες πανεπιστήμια και πολλές πόλεις. Στις 6 Οκτωβρίου περισσότεροι από 266.000 άνθρωποι διαδήλωσαν σε όλη τη χώρα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αρχών, με μαζικά σχολικά μπλόκα και αποχές από τα μαθήματα. Οι κινητοποιήσεις ανέδειξαν τις κενές θέσεις εκπαιδευτικών, τα υπερφορτωμένα τμήματα, τις φθαρμένες εγκαταστάσεις, την εξουθενωτική καθημερινότητα και το άγχος που προκαλούν οι μηχανισμοί εκπαιδευτικής επιλογής. Η ίδια η γαλλική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναγνωρίσει τα προβλήματα και να εξαγγείλει την πρόσληψη περίπου 3.000 αναπληρωτών εκπαιδευτικών.

Στο γαλλόφωνο Βέλγιο η αντίδραση στρέφεται εναντίον ενός σχεδίου περικοπών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ στην εκπαίδευση, της αύξησης των διδάκτρων και της επιδείνωσης των όρων εργασίας των εκπαιδευτικών. Στις 9 Οκτωβρίου δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι, εκπαιδευτικοί και φοιτητές διαδήλωσαν στις Βρυξέλλες κατά της λιτότητας, των αλλαγών στις συντάξεις και της αποδυνάμωσης των δημόσιων υπηρεσιών. Οι εκτιμήσεις κυμάνθηκαν από 30.000 έως 50.000 διαδηλωτές.

Αυτή ακριβώς η συνάντηση της νεολαίας με τον κόσμο της εργασίας αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο των κινητοποιήσεων. Όταν το μαθητικό μπλόκ παραμένει απομονωμένο, μπορεί να εξαντληθεί ή να κατασταλεί. Όταν όμως συνδέεται με τους εκπαιδευτικούς, τα συνδικάτα, τους εργαζομένους στις μεταφορές, στην υγεία και στις δημόσιες υπηρεσίες, μετατρέπεται σε εστία μιας πολύ ευρύτερης κοινωνικής σύγκρουσης.

Η εξέγερση αποκαλύπτει την πραγματική Ευρώπη

Το γαλλικό και το βελγικό κίνημα δεν προέκυψαν από το πουθενά. Είναι προϊόν μιας Ευρώπης στην οποία η δημόσια εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως κόστος, ενώ η στρατιωτικοποίηση παρουσιάζεται ως αδιαπραγμάτευτη ανάγκη.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διακηρύσσει ότι το σχέδιο “Readiness 2030” μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για έως και 800 δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετων αμυντικών δαπανών. Παράλληλα, το Συμβούλιο της ΕΕ παραδέχεται ότι οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες περιορίζουν τις δημόσιες δαπάνες, αλλά θεσπίζεται ειδική ευελιξία ακριβώς για την αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών.

Επομένως, το ζήτημα δεν είναι ότι «δεν υπάρχουν χρήματα». Το ζήτημα είναι ποιος αποφασίζει πού κατευθύνονται. Για εξοπλισμούς, επιδοτήσεις μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και στήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος οι δημοσιονομικοί κανόνες μπορούν να γίνουν ελαστικοί. Για σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, κοινωνική κατοικία και αξιοπρεπείς μισθούς παρουσιάζονται ως απαράβατοι νόμοι.

Αυτή είναι η ουσία του σημερινού ευρωπαϊκού νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Η πολιτική του «ακροκέντρου» υπόσχεται εκσυγχρονισμό, αλλά παράγει ιδιωτικοποίηση, κοινωνικό αποκλεισμό και αυταρχισμό. Επικαλείται την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, ενώ οργανώνει τον ανταγωνισμό μεταξύ εργαζομένων και λαών. Μιλά για δημοκρατικές αξίες, αλλά αντιμετωπίζει τη νεολαία ως πρόβλημα δημόσιας τάξης όταν αυτή διεκδικεί λόγο για το μέλλον της.

Η εξέγερση δεν είναι ακόμη επανάσταση

Οφείλουμε, όμως, να είμαστε πολιτικά ακριβείς. Οι σημερινές κινητοποιήσεις, όσο μαζικές και μαχητικές κι αν είναι, δεν αποτελούν ακόμη επανάσταση. Αποτελούν, όμως, το υλικό από το οποίο μπορεί να γεννηθεί μια δημοκρατική και κοινωνική επαναστατική διαδικασία.

Μια εξέγερση γίνεται επανάσταση όχι όταν αυξάνονται τα σπασμένα τζάμια, αλλά όταν αλλάζει ο συσχετισμός κοινωνικής δύναμης: όταν οι καταπιεζόμενοι οργανώνονται, αποκτούν κοινό πρόγραμμα, δημιουργούν δικούς τους δημοκρατικούς θεσμούς και διεκδικούν την πολιτική εξουσία για να μετασχηματίσουν την οικονομία και την κοινωνία.

Η τυφλή βία, οι εμπρησμοί και οι επιθέσεις χωρίς πολιτικό στόχο δεν αποτελούν απόδειξη ριζοσπαστισμού. Στο Βέλγιο, παρά τον κατά βάση ειρηνικό χαρακτήρα των μεγάλων διαδηλώσεων, καταγράφηκαν επεισόδια και καταστροφές από μικρότερες ομάδες. Τέτοιες ενέργειες απομονώνουν το κίνημα από την κοινωνία, διευκολύνουν την κρατική καταστολή και επιτρέπουν στην εξουσία να εξαφανίσει τα αιτήματα πίσω από εικόνες χάους.

Η επαναστατική στρατηγική δεν ταυτίζεται με τη στρατιωτικοποίηση του κινήματος. Ταυτίζεται με την ικανότητά του να κινητοποιεί εκατομμύρια ανθρώπους, να παραλύει δημοκρατικά την οικονομική λειτουργία, να αποσύρει τη λαϊκή συναίνεση από την κυβερνητική πολιτική και να οικοδομεί μια αξιόπιστη εναλλακτική εξουσία.

Ποια πολιτική πρωτοπορία χρειάζεται

Η αυθόρμητη αγανάκτηση δεν αρκεί. Χωρίς οργάνωση, συνέχεια και πολιτικό σχέδιο, ακόμη και η μεγαλύτερη κινητοποίηση μπορεί να κουραστεί, να κατακερματιστεί ή να περιοριστεί σε μικρές κυβερνητικές παραχωρήσεις. Η εξαγγελία προσλήψεων στη Γαλλία δείχνει ότι η κινητοποίηση μπορεί να αποσπά κατακτήσεις· δείχνει, όμως, και πώς μια κυβέρνηση μπορεί να επιχειρήσει να εκτονώσει ένα συνολικό κίνημα με αποσπασματικά μέτρα.

Χρειάζεται επομένως πολιτική πρωτοπορία. Όχι μια αυτοδιορισμένη ηγεσία που θα διατάζει τη νεολαία. Όχι ένα κλειστό κόμμα-ιδιοκτήτης του κινήματος. Και ασφαλώς όχι ένας παράνομος ή στρατιωτικοποιημένος μηχανισμός που θα υποκαθιστά τη μαζική δράση.

Η αναγκαία πρωτοπορία πρέπει να είναι:

  • πολιτικά συγκροτημένη και σοσιαλιστικά προσανατολισμένη,
  • δημόσια και όχι συνωμοτική,
  • πλουραλιστική και βαθιά δημοκρατική,
  • εκλεγμένη από τις συνελεύσεις,
  • ανακλητή οποιαδήποτε στιγμή,
  • οικονομικά διαφανής,
  • διεθνιστική και ταυτόχρονα προσηλωμένη στη λαϊκή κυριαρχία,
  • απολύτως ανεξάρτητη από κυβερνήσεις, επιχειρηματικά συμφέροντα και γραφειοκρατικούς μηχανισμούς.

Πρωτοπορία δεν είναι εκείνος που κάνει την πιο θεαματική σύγκρουση. Είναι εκείνος που βοηθά περισσότερους ανθρώπους να συμμετέχουν, να οργανώνονται και να συνειδητοποιούν τη δύναμή τους.

Ένα κοινό πρόγραμμα ευρωπαϊκής κοινωνικής ρήξης

Οι κινητοποιήσεις χρειάζονται ένα σαφές πολιτικό πρόγραμμα που να ενώνει μαθητές, φοιτητές και εργαζομένους. Ένας τέτοιος άξονας θα μπορούσε να περιλαμβάνει:

  1. Πλήρη ανατροπή των περικοπών στην εκπαίδευση. Μαζικές προσλήψεις μόνιμων εκπαιδευτικών, μείωση του αριθμού μαθητών ανά τμήμα και δημόσιο πρόγραμμα ανακαίνισης σχολείων και πανεπιστημίων.
  2. Πραγματικά δωρεάν δημόσια εκπαίδευση. Κατάργηση ή αντιστροφή των αυξήσεων στα δίδακτρα, φοιτητική στέγη, επαρκείς υποτροφίες και δωρεάν μετακινήσεις, σίτιση και εκπαιδευτικό υλικό.
  3. Κατάργηση των ταξικών και αδιαφανών μηχανισμών αποκλεισμού. Οι γαλλικές φοιτητικές οργανώσεις ζητούν ήδη την κατάργηση συστημάτων όπως το Parcoursup και το Mon Master, τη δημιουργία νέων θέσεων σπουδών και ουσιαστική συμμετοχή των φοιτητών στη διοίκηση.
  4. Ριζική φορολόγηση του μεγάλου πλούτου και των υπερκερδών. Κατάργηση των φορολογικών προνομίων των πολυεθνικών, καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και μεταφορά πόρων προς την παιδεία, την υγεία και την κοινωνική κατοικία.
  5. Δημόσιος και κοινωνικός έλεγχος των στρατηγικών τομέων. Ενέργεια, μεταφορές, νερό, βασικές υποδομές και κρίσιμες χρηματοπιστωτικές λειτουργίες δεν μπορούν να λειτουργούν αποκλειστικά με κριτήριο το ιδιωτικό κέρδος.
  6. Εγγυημένη εργασία και αξιοπρεπής ζωή για τη νέα γενιά. Κατώτατοι μισθοί που καλύπτουν το κόστος ζωής, προστασία των συλλογικών συμβάσεων, περιορισμός της επισφάλειας και δημόσια προγράμματα κοινωνικά και οικολογικά χρήσιμης απασχόλησης.
  7. Δημοκρατικά δικαιώματα και λογοδοσία των μηχανισμών καταστολής. Ανεξάρτητη διερεύνηση κάθε καταγγελίας αστυνομικής αυθαιρεσίας, αναγνώριση των διακριτικών των αστυνομικών και πραγματικός δικαστικός και κοινοβουλευτικός έλεγχος.
  8. Απόρριψη της Ευρώπης της λιτότητας και της πολεμικής οικονομίας. Οι κοινωνικές δαπάνες πρέπει να εξαιρεθούν από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Η ευρωπαϊκή συνεργασία πρέπει να οικοδομηθεί στη βάση της ειρήνης, της ισότιμης συνεργασίας των λαών και της κοινωνικής ασφάλειας.
  9. Αντιφασιστική και αντιρατσιστική ενότητα. Ίσα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα ανεξάρτητα από καταγωγή, θρησκεία ή χρώμα. Καμία ανοχή στη μετατροπή του μετανάστη, του πρόσφυγα ή του φτωχού μαθητή σε αποδιοπομπαίο τράγο.
  10. Δημοκρατική επανίδρυση της Ευρώπης. Περισσότερη εξουσία στους λαούς και λιγότερη σε ανεξέλεγκτους τεχνοκρατικούς μηχανισμούς, τραπεζικά συμφέροντα και λόμπι. Μια Ευρώπη κυρίαρχων λαών, κοινωνικής δικαιοσύνης και συνεργασίας — όχι μια ένωση αγορών, λιτότητας και εξοπλισμών.

Από τα αιτήματα στην οργανωμένη δύναμη

Το πρόγραμμα χρειάζεται συγκεκριμένο σχέδιο δράσης.

Πρώτον, γενικές συνελεύσεις παντού. Σε κάθε σχολείο, πανεπιστήμιο και σχολή πρέπει να λειτουργούν ανοιχτές συνελεύσεις που θα εκλέγουν ανακλητούς αντιπροσώπους. Οι αποφάσεις για καταλήψεις, διαδηλώσεις και διαπραγματεύσεις πρέπει να λαμβάνονται δημόσια και συλλογικά.

Δεύτερον, πανεθνικός συντονισμός. Οι τοπικές συνελεύσεις οφείλουν να συγκροτήσουν εθνικά συντονιστικά όργανα στη Γαλλία και στο Βέλγιο, με συγκεκριμένες εντολές και περιορισμένη θητεία. Χρειάζεται κοινός χάρτης δέκα έως δώδεκα αδιαπραγμάτευτων αιτημάτων.

Τρίτον, οργανική σύνδεση με το εργατικό κίνημα. Φοιτητές και μαθητές πρέπει να απευθυνθούν απευθείας στα πρωτοβάθμια σωματεία, στους συλλόγους εκπαιδευτικών και στους εργαζομένους των δημόσιων υπηρεσιών. Στόχος πρέπει να είναι η κλιμάκωση προς συντονισμένες απεργίες, κυλιόμενες κινητοποιήσεις και, όταν έχει οικοδομηθεί η αναγκαία κοινωνική υποστήριξη, πανεθνική γενική απεργία.

Τέταρτον, κοινό πανευρωπαϊκό κέντρο συντονισμού. Αντιπροσωπείες των γαλλικών και βελγικών συνελεύσεων πρέπει να απευθύνουν πρόσκληση σε μαθητικά, φοιτητικά και εργατικά κινήματα της υπόλοιπης Ευρώπης. Μια πρώτη πανευρωπαϊκή ημέρα δράσης μπορεί να προετοιμάσει ένα Δημοκρατικό Συνέδριο Νεολαίας και Εργασίας, με κοινό πρόγραμμα και εκλεγμένο συντονιστικό.

Πέμπτον, οργανωμένη πολιτική ανυπακοή. Αποχές, καταλήψεις, καθιστικές διαμαρτυρίες, αποκλεισμοί διοικητικών κέντρων και άλλες μορφές πίεσης μπορούν να κλιμακωθούν με αυστηρή μη βίαιη περιφρούρηση. Σκοπός δεν είναι η τυχαία σύγκρουση με τον πολίτη, αλλά η στοχευμένη πολιτική πίεση στα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Έκτον, κοινωνικές δομές αλληλεγγύης. Νομική υποστήριξη, ταμεία απεργών, ομάδες πρώτων βοηθειών, συλλογικές κουζίνες και δίκτυα φιλοξενίας είναι αναγκαία για να αντέξει ένα μακρόχρονο κίνημα.

Έβδομον, ανεξάρτητη ενημέρωση και τεκμηρίωση. Το κίνημα χρειάζεται δικά του μέσα ενημέρωσης, δημόσιο αρχείο αποφάσεων και επαληθευμένες καταγραφές περιστατικών καταστολής. Κάθε σοβαρή καταγγελία πρέπει να τεκμηριώνεται. Η αξιοπιστία αποτελεί πολιτικό όπλο.

Όγδοον, πολιτικό μέτωπο χωρίς ιδιοκτησιακές λογικές. Η κινητοποίηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην κοινωνική διαμαρτυρία. Χρειάζεται ένα ανοιχτό δημοκρατικό και σοσιαλιστικό μέτωπο, ικανό να παρεμβαίνει και στις εκλογές χωρίς να μετατρέπει τις συνελεύσεις σε μηχανισμό οποιουδήποτε κόμματος. Το κοινωνικό κίνημα πρέπει να διατηρεί την αυτονομία του και ο πολιτικός φορέας να λογοδοτεί σε αυτό — όχι το αντίστροφο.

Πώς αποτρέπεται η ακροδεξιά ιδιοποίηση

Η ακροδεξιά θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί την πραγματική οργή, παρουσιάζοντας ως υπεύθυνους τους μετανάστες, τις μειονότητες ή τους φτωχότερους. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο ηθική καταγγελία. Πρέπει να είναι κοινωνική και πολιτική.

Το κίνημα οφείλει να δείξει ότι ο αντίπαλος δεν είναι ο μαθητής άλλης καταγωγής, αλλά η πολιτική που κλείνει το σχολείο και χρηματοδοτεί το ολιγοπώλιο. Δεν είναι ο πρόσφυγας, αλλά η εργοδοσία που συμπιέζει μισθούς και δικαιώματα. Δεν είναι ένας άλλος λαός της Ευρώπης, αλλά το σύστημα που επιβάλλει σε όλους λιτότητα, ανασφάλεια και ανταγωνισμό.

Παράλληλα χρειάζεται δημοκρατική, μαζική αντιφασιστική περιφρούρηση. Καμία ανοχή σε ναζιστικά σύμβολα, ρατσιστικά συνθήματα ή επιθέσεις. Καμία, όμως, υποκατάσταση της πολιτικής πάλης από κλειστές ομάδες που αποφασίζουν ποιος δικαιούται να μιλήσει. Η καλύτερη άμυνα απέναντι στον φασισμό είναι ένα κίνημα κοινωνικά χρήσιμο, δημοκρατικά οργανωμένο και ικανό να δίνει πραγματικές απαντήσεις στην καθημερινή ανασφάλεια.

Το ιστορικό στοίχημα

Η νεολαία της Γαλλίας και του Βελγίου έχει ήδη αποδείξει ότι η κοινωνική ακινησία δεν είναι αιώνια. Έχει επιβάλει το ζήτημα της εκπαίδευσης στην πολιτική ατζέντα, έχει υποχρεώσει κυβερνήσεις να κάνουν παραχωρήσεις και έχει αρχίσει να συναντά τον οργανωμένο κόσμο της εργασίας.

Αλλά η σπίθα από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται κοινωνικό καύσιμο, πολιτική κατεύθυνση και δημοκρατική οργάνωση.

Η επιλογή δεν βρίσκεται ανάμεσα στην παθητική αναμονή των επόμενων εκλογών και στον τυφλό συγκρουσιασμό. Υπάρχει ένας δυσκολότερος αλλά αποτελεσματικότερος δρόμος: μαζική πολιτική ανυπακοή, εργατικός και φοιτητικός συντονισμός, παρατεταμένες απεργίες, κοινωνική αλληλεγγύη, ανεξάρτητη ενημέρωση, δημοκρατικός έλεγχος των ηγεσιών και συγκρότηση ενός πανευρωπαϊκού σοσιαλιστικού πολιτικού μετώπου.

Επανάσταση σήμερα σημαίνει να αλλάξει ριζικά το ποιος αποφασίζει, ποιος κατέχει τον κοινωνικό πλούτο, ποιος ελέγχει τις στρατηγικές υποδομές και για ποιες ανάγκες λειτουργεί η οικονομία. Σημαίνει να περάσει η εξουσία από τις αγορές, τα ολιγοπώλια και τις ανεξέλεγκτες γραφειοκρατίες στους εργαζομένους και στους δημοκρατικά οργανωμένους λαούς.

Τα σχολεία και τα πανεπιστήμια μπορούν να αποτελέσουν τα εργαστήρια αυτής της νέας δημοκρατίας. Οι απεργίες μπορούν να γίνουν η υλική της δύναμη. Και η πολιτική οργάνωση μπορεί να μετατρέψει τη διάχυτη οργή σε πρόγραμμα εξουσίας.

Το στοίχημα δεν είναι απλώς να υποχωρήσει μία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Είναι να ηττηθεί μια ολόκληρη πολιτική που καταδικάζει τη νέα γενιά να ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη. Να οικοδομηθεί μια άλλη Ευρώπη: ειρηνική, δημοκρατική, ανεξάρτητη από τα ολιγαρχικά συμφέροντα, κοινωνικά δίκαιη και σοσιαλιστική.

Η νεολαία άναψε τη σπίθα. Το καθήκον τώρα είναι να γίνει η σπίθα συνειδητή, οργανωμένη και ακατάβλητη κοινωνική δύναμη.

Υπάρχουν κυβερνητικές αποτυχίες που διορθώνονται. Υπάρχουν λανθασμένες επιλογές που μια επόμενη πολιτική μπορεί να ανατρέψει.

Υπάρχουν όμως και ιστορικές ευκαιρίες που περνούν μία φορά.

Το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν μία από αυτές.

Η Ελλάδα βρέθηκε, μετά από μια δεκαετία μνημονίων και μια παγκόσμια πανδημία, με σχεδόν 36 δισεκατομμύρια ευρώ διαθέσιμα για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις: 18,22 δισ. σε επιχορηγήσεις και 17,73 δισ. σε δάνεια. Ένα χρηματοδοτικό μέγεθος που δύσκολα θα ξαναβρεθεί στη διάθεση μιας ελληνικής κυβέρνησης.

Δεν ήταν απλώς ένα ακόμη ΕΣΠΑ.

Ήταν η δυνατότητα να σχεδιαστεί η Ελλάδα των επόμενων είκοσι ή τριάντα χρόνων.

Να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο.

Να αποκτήσει η χώρα σύγχρονες δημόσιες υποδομές.

Να ξαναχτιστεί το κοινωνικό κράτος.

Να μειωθούν οι τεράστιες περιφερειακές ανισότητες.

Να αποκτήσουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρόσβαση σε κεφάλαια.

Να επιστρέψει η βιομηχανική πολιτική.

Να αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση.

Να γίνει η πράσινη μετάβαση κοινωνική πολιτική και όχι απλώς μια νέα αγορά για λίγους μεγάλους παίκτες.

Να αποκτήσει, επιτέλους, το ελληνικό κράτος την ικανότητα να σχεδιάζει.

Και αυτό ακριβώς είναι το μέτρο με το οποίο πρέπει να κριθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Όχι από το πόσα δελτία Τύπου εξέδωσε.

Όχι από το πόσες φορές χρησιμοποίησε τη λέξη «μεταρρύθμιση».

Ούτε από το αν κατάφερε να μεταφέρει λογιστικά δισεκατομμύρια από τους ευρωπαϊκούς λογαριασμούς στους ελληνικούς.

Το ερώτημα είναι πολύ πιο απλό:

Τι χώρα θα μείνει πίσω όταν κλείσει το Ταμείο Ανάκαμψης;

Και εκεί αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.

Η «απορρόφηση» δεν είναι αναπτυξιακό σχέδιο

Η κυβέρνηση έχει επενδύσει πολιτικά στην εικόνα μιας επιτυχημένης «απορρόφησης».

Αλλά η απορρόφηση ενός κονδυλίου δεν αποτελεί από μόνη της αναπτυξιακή πολιτική.

Άλλο να δαπανάς χρήματα και άλλο να αλλάζεις μια οικονομία.

Άλλο να αγοράζεις εξοπλισμό και άλλο να δημιουργείς εγχώρια τεχνογνωσία.

Άλλο να επιδοτείς μια επένδυση και άλλο να δημιουργείς έναν νέο παραγωγικό κλάδο.

Άλλο να ψηφιοποιείς μια διαδικασία και άλλο να δημιουργείς αποτελεσματικό κράτος.

Και άλλο να χρηματοδοτείς «πράσινες επενδύσεις» και άλλο να εξασφαλίζεις ότι το οικονομικό όφελος της ενεργειακής μετάβασης φτάνει στο νοικοκυριό, στον εργαζόμενο και στη μικρή επιχείρηση.

Τον Απρίλιο του 2026 η Ελλάδα είχε λάβει 24,6 δισ. ευρώ από το Ταμείο, δηλαδή περίπου το 68,5% της συνολικής χρηματοδότησης, ενώ είχε εκπληρωθεί το 53% των οροσήμων και στόχων του σχεδίου.

Αυτό αποδεικνύει πρόοδο στην εφαρμογή.

Δεν αποδεικνύει όμως από μόνο του παραγωγικό μετασχηματισμό.

Αυτός θα κριθεί από όσα θα υπάρχουν στη χώρα όταν τα ευρωπαϊκά χρήματα σταματήσουν.

Ένα σχέδιο που άλλαζε συνεχώς

Υπάρχει και ένα δεύτερο σοβαρό πολιτικό ζήτημα.

Το «Ελλάδα 2.0» εγκρίθηκε το 2021 και στη συνέχεια αναθεωρήθηκε επανειλημμένα: το 2023, δύο φορές το 2024, δύο φορές το 2025 και ξανά το 2026. Η ίδια η επίσημη σελίδα του Ταμείου καταγράφει αυτές τις διαδοχικές τροποποιήσεις.

Οι αναθεωρήσεις δεν είναι από μόνες τους κακές. Ένα μεγάλο πρόγραμμα οφείλει να προσαρμόζεται στις συνθήκες.

Όταν όμως η προσαρμογή γίνεται σχεδόν μόνιμη κατάσταση, μέχρι την εκπνοή του προγράμματος, το εύλογο ερώτημα είναι άλλο:

Υπήρξε εξαρχής πραγματικό αναπτυξιακό σχέδιο ή υπήρχε ένας μεγάλος κατάλογος έργων που διαρκώς αναδιαμορφωνόταν ώστε να προλάβει τις προθεσμίες;

Για μια κυβέρνηση που έκανε σημαία της τον «επιτελικό σχεδιασμό», αυτό το ερώτημα μόνο αμελητέο δεν είναι.


Τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει με 36 δισεκατομμύρια

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η πραγματική πολιτική συζήτηση.

Όχι στο αν ολοκληρώθηκε το τάδε ορόσημο.

Αλλά στο τι μπορούσε να γίνει και δεν έγινε ως κεντρική εθνική επιλογή.

1. Να ξαναφτιάξουμε παραγωγική οικονομία

Η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε αποφασίσει ότι ένα σημαντικό μέρος του Ταμείου θα χρησιμοποιούνταν για να ξαναχτιστούν παραγωγικές αλυσίδες μέσα στη χώρα.

Αγροδιατροφή υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Φαρμακοβιομηχανία.

Βιοτεχνολογία.

Ηλεκτρονικός και ενεργειακός εξοπλισμός.

Τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας.

Ναυπηγοεπισκευή και ναυτιλιακή τεχνολογία.

Λογισμικό.

Πολιτιστικές και δημιουργικές βιομηχανίες.

Προηγμένα υλικά.

Έρευνα συνδεδεμένη με ελληνική παραγωγή.

Κάθε μεγάλη χρηματοδότηση θα μπορούσε να συνοδεύεται από ένα απλό ερώτημα:

Πόση προστιθέμενη αξία θα παραχθεί στην Ελλάδα;

Πόσες καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας;

Πόση τεχνογνωσία;

Πόσες ελληνικές επιχειρήσεις θα ενταχθούν στην εφοδιαστική αλυσίδα;

Πόσες εξαγωγές θα δημιουργηθούν;

Αντί να χρηματοδοτούμε απλώς επενδύσεις, θα μπορούσαμε να χρηματοδοτούμε μια νέα παραγωγική δομή της χώρας.


2. Να χρηματοδοτήσουμε τη μικρή και μεσαία επιχείρηση, όχι μόνο εκείνον που ήδη μπορεί να δανειστεί

Ένα τεράστιο μέρος του ελληνικού παραγωγικού ιστού αποτελείται από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Για αυτές, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι «δεν έχουν καλές ιδέες».

Είναι ότι συχνά δεν διαθέτουν την τραπεζική εικόνα, τις εγγυήσεις και τα ίδια κεφάλαια που απαιτούνται για να μπουν σε ένα μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα.

Εδώ χρειαζόταν μια διαφορετική αρχιτεκτονική:

ισχυρή Αναπτυξιακή Τράπεζα,

δημόσιες εγγυήσεις,

μικροχρηματοδοτήσεις,

συνεργατικά παραγωγικά σχήματα,

τοπικά επενδυτικά εργαλεία,

ειδικά προγράμματα για μικρές επιχειρήσεις της περιφέρειας.

Γιατί η ανάπτυξη δεν είναι πραγματική όταν χρηματοδοτεί κυρίως εκείνον που είχε ήδη πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα.


3. Να αντιμετωπίσουμε τη στεγαστική κρίση πριν γίνει κοινωνική βόμβα

Η χώρα μπορούσε να έχει σήμερα ένα μεγάλο απόθεμα κοινωνικής και προσιτής κατοικίας.

Δημόσια κτίρια θα μπορούσαν να έχουν ανακαινιστεί.

Κενές κατοικίες να έχουν ενταχθεί, με κίνητρα και δημόσια εγγύηση, σε σύστημα μακροχρόνιας προσιτής μίσθωσης.

Οι Δήμοι να διαθέτουν δημοτική κατοικία.

Νέοι εργαζόμενοι, οικογένειες, εκπαιδευτικοί, γιατροί και δημόσιοι υπάλληλοι σε τουριστικές ή νησιωτικές περιοχές να έχουν πρόσβαση σε κατοικίες με ελεγχόμενο κόστος.

Όχι μόνο βοήθεια για να αγοράσεις ακριβότερα ένα ήδη ακριβό σπίτι.

Αλλά πολιτική που αυξάνει πραγματικά το διαθέσιμο απόθεμα κατοικιών.


4. Να κάνουμε την πράσινη μετάβαση κοινωνική

Δισεκατομμύρια κατευθύνθηκαν, δικαίως, στην πράσινη μετάβαση — το επίσημο σχέδιο προβλέπει πάνω από το ένα τρίτο των πόρων για σχετικούς στόχους.

Αλλά μπορούσαμε να είχαμε πάει πολύ μακρύτερα.

Φωτοβολταϊκά σε κάθε σχολείο και δημόσιο κτίριο όπου είναι τεχνικά εφικτό.

Ενεργειακές κοινότητες Δήμων και πολιτών.

Μαζικά προγράμματα θερμομόνωσης.

Αντλίες θερμότητας για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.

Τοπικά συστήματα αποθήκευσης.

Ενεργειακά αυτόνομους ορεινούς και νησιωτικούς οικισμούς.

Η πράσινη μετάβαση θα μπορούσε να έχει έναν πολύ συγκεκριμένο κοινωνικό στόχο:

να πληρώνει ο πολίτης λιγότερη ενέργεια.

Όχι απλώς να αλλάξει εκείνος που του την πουλάει.


5. Να αφήσουμε πίσω ένα άλλο ΕΣΥ

Μετά την πανδημία, η πολιτική προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι αυτονόητη.

Νοσοκομεία.

Κέντρα Υγείας.

Πρωτοβάθμια περίθαλψη.

Σύγχρονα εργαστήρια.

Ψηφιακές υποδομές.

Υγειονομικές μονάδες στην περιφέρεια.

Και, πάνω απ’ όλα, άνθρωποι.

Γιατί ένα ανακαινισμένο νοσοκομείο χωρίς γιατρούς και νοσηλευτές είναι ένα ωραίο κτίριο.

Δεν είναι δημόσιο σύστημα υγείας.


6. Να ξαναφτιάξουμε τον ελληνικό σιδηρόδρομο και τις δημόσιες μεταφορές

Μια χώρα που μιλά για πράσινη μετάβαση θα μπορούσε να είχε θέσει ως εθνικό έργο την αναγέννηση του σιδηροδρόμου.

Όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις.

Ένα δίκτυο ασφαλές, ηλεκτροκίνητο, σύγχρονο, που να συνδέει λιμάνια, βιομηχανικές περιοχές και πόλεις.

Και μαζί του περιφερειακές δημόσιες συγκοινωνίες, μικρά ηλεκτρικά λεωφορεία, έξυπνα συστήματα μετακίνησης στις αγροτικές και νησιωτικές περιοχές.

Αυτό θα ήταν πράσινη μετάβαση.

Και ταυτόχρονα κοινωνική πολιτική.


7. Να σώσουμε την ελληνική περιφέρεια πριν ερημώσει

Το μεγαλύτερο πρόβλημα πολλών ελληνικών περιοχών δεν είναι πλέον μόνο οικονομικό.

Είναι δημογραφικό.

Χωριά και μικρές πόλεις χάνουν πληθυσμό, υπηρεσίες και νέους ανθρώπους.

Ένα πραγματικά εθνικό Ταμείο Ανάκαμψης θα μπορούσε να έχει σαφή γεωγραφική διάσταση.

Να γνωρίζει ο πολίτης:

πόσα χρήματα πήγαν στην Πελοπόννησο,

πόσα στην Ήπειρο,

πόσα στη Θράκη,

πόσα στη Δυτική Μακεδονία,

πόσα στα νησιά,

και κυρίως τι άλλαξαν εκεί.

Θέσεις εργασίας.

Υπηρεσίες.

Σχολεία.

Υγεία.

Μεταφορές.

Ψηφιακή συνδεσιμότητα.

Τοπική παραγωγή.

Δεν αρκεί να αναπτύσσεται η χώρα.

Πρέπει να μπορείς και να ζήσεις σε ολόκληρη τη χώρα.


8. Και πάνω απ’ όλα: να χτίσουμε κράτος

Ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία.

Θα μπορούσαμε με αυτά τα δισεκατομμύρια να δημιουργήσουμε ένα δημόσιο που ξέρει να σχεδιάζει.

Ισχυρές τεχνικές υπηρεσίες στους Δήμους.

Μόνιμο επιστημονικό προσωπικό στις Περιφέρειες.

Δομές αξιολόγησης πολιτικών.

Μηχανισμούς ωρίμανσης έργων.

Δημόσια στελέχη που γνωρίζουν ευρωπαϊκά προγράμματα, δημόσιες συμβάσεις, χρηματοοικονομικά εργαλεία, περιβαλλοντικό σχεδιασμό.

Να τελειώσει η εποχή όπου σχεδόν κάθε σύνθετη δημόσια πολιτική χρειάζεται στρατιές εξωτερικών συμβούλων για να σχεδιαστεί.

Γιατί όταν αγοράζεις συνεχώς τεχνογνωσία, στο τέλος της σύμβασης η τεχνογνωσία φεύγει.

Όταν τη δημιουργείς στο Δημόσιο, μένει στη χώρα.


Το πραγματικό ερώτημα

Η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάσει έργα που έγιναν. Και πράγματι έγιναν επενδύσεις, ψηφιακές παρεμβάσεις, έργα ενέργειας, υγείας, εκπαίδευσης και υποδομών. Το ίδιο το ευρωπαϊκό σύστημα εκταμιεύσεων πιστοποιεί την εκπλήρωση σημαντικού αριθμού οροσήμων.

Αλλά αυτό δεν απαντά στο πολιτικό ερώτημα.

Με σχεδόν 36 δισεκατομμύρια ευρώ στη διάθεσή μας, αλλάξαμε χώρα;

Μειώσαμε την εξάρτηση της οικονομίας από τον τουρισμό, το real estate και την κατανάλωση;

Αποκτήσαμε νέα παραγωγική βάση;

Έγινε ισχυρότερο το ΕΣΥ;

Λύσαμε ή έστω αρχίσαμε να λύνουμε το στεγαστικό;

Αναστήσαμε τον σιδηρόδρομο;

Μειώσαμε τις περιφερειακές ανισότητες;

Δώσαμε πραγματική χρηματοδοτική ανάσα στη μικρή επιχείρηση;

Δημιουργήσαμε ισχυρότερο Δημόσιο;

Αφήσαμε στους νέους μια χώρα στην οποία αξίζει να μείνουν;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που έχουν σημασία.

Γιατί η μεγαλύτερη σπατάλη δημόσιου χρήματος δεν είναι μόνο να πληρώσεις κάτι ακριβότερα απ’ όσο αξίζει.

Υπάρχει και μια πολύ μεγαλύτερη μορφή σπατάλης:

να σπαταλήσεις μια ιστορική ευκαιρία.

Να περάσουν από τα χέρια μιας κυβέρνησης δεκάδες δισεκατομμύρια που θα μπορούσαν να αλλάξουν το παραγωγικό και κοινωνικό υπόδειγμα μιας ολόκληρης χώρας — και στο τέλος η βασική δομή της οικονομίας να παραμείνει σχεδόν η ίδια.

Το Ταμείο Ανάκαμψης μπορούσε να είναι ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.

Μια συμφωνία ότι μετά από δέκα χρόνια λιτότητας, κρίσεων και πανδημίας, η ανάπτυξη δεν θα μετριέται μόνο σε ποσοστά ΑΕΠ.

Θα μετριέται στον μισθό.

Στο νοίκι.

Στον λογαριασμό του ρεύματος.

Στο νοσοκομείο.

Στο σχολείο.

Στο τρένο που λειτουργεί.

Στη μικρή επιχείρηση που μπορεί να επενδύσει.

Στο χωριό που εξακολουθεί να έχει ζωή.

Στον νέο επιστήμονα που δεν χρειάζεται να φύγει στο εξωτερικό.

Αυτό θα ήταν ανάκαμψη.

Και αυτό θα ήταν ανάπτυξη.

Όχι η διαχείριση των δισεκατομμυρίων ως ακόμη ενός χρηματοδοτικού προγράμματος, αλλά η χρησιμοποίησή τους για να αλλάξει η πορεία μιας χώρας.

Το «Ελλάδα 2.0» δημιουργήθηκε ακριβώς για να υποσχεθεί αυτή την Ελλάδα του μέλλοντος.

Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα, όταν κλείσουν οι τελευταίοι λογαριασμοί του Ταμείου, θα είναι αμείλικτο:

Πού είναι αυτή η Ελλάδα;

Η Ιστορία μάς έχει προειδοποιήσει αρκετές φορές για το τι συμβαίνει όταν η Δημοκρατία αντιμετωπίζει τους εχθρούς της σαν απλώς ακόμη έναν συνομιλητή.

Απέναντι στην ακροδεξιά απειλή η οποία κάνει ξανά την εμφάνισή της, δεν αρκεί η ενεργοποίηση της Δικαιοσύνης. Απαιτείται μια συνολική δημοκρατική απάντηση.

Φοβάμαι όμως, ότι απέναντι στην επανεμφάνιση του φασισμού στην Ευρώπη έχουμε αρχίσει πάλι να χρησιμοποιούμε εκείνες τις λέξεις που χρησιμοποιούνται συνήθως λίγο πριν γίνει το κακό.

«Θεσμική αντιμετώπιση».

«Δημοκρατικός διάλογος».

«Πολιτική απομόνωση».

«Σεβασμός στους κανόνες του παιχνιδιού».

Όλα σωστά.

Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα:

Οι φασίστες δεν έρχονται για να παίξουν το δημοκρατικό παιχνίδι. Έρχονται για να χρησιμοποιήσουν τους κανόνες του μέχρι να αποκτήσουν τη δύναμη να τους αλλάξουν.

Και η Ευρωπαϊκή Ιστορία έχει πληρώσει πολύ ακριβά την αυταπάτη ότι ο φασισμός μπορεί να εξημερωθεί.

Θα ήθελα, λοιπόν, να πάω τη σκέψη μου ένα βήμα πιο πέρα.

Ίσως και αρκετά βήματα.

Ο φασισμός/ναζισμός δεν είναι απλώς μια ακόμη «πολιτική άποψη»

Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξαναπούμε χωρίς φόβο και χωρίς ενοχές.

Ο φασισμός δεν είναι μια περισσότερο συντηρητική εκδοχή της Δεξιάς.

Δεν είναι μια κάπως υπερβολική άποψη για τη μετανάστευση.

Δεν είναι μια «αντισυστημική φωνή» θυμωμένων πολιτών.

Στον ιστορικό και πολιτικό του πυρήνα βρίσκεται η άρνηση της ισότητας των ανθρώπων, ο αυταρχισμός, ο εθνικιστικός παροξυσμός, η κατασκευή εσωτερικών εχθρών, ο ρατσισμός, η λατρεία της δύναμης και η περιφρόνηση των δημοκρατικών ελευθεριών όταν αυτές εμποδίζουν την επιβολή του.

Και ας μην κοροϊδευόμαστε.

Ο φασισμός σπανίως εμφανίζεται από την πρώτη ημέρα φορώντας στολή και κρατώντας ρόπαλο.

Πρώτα ζητά να ακουστεί.

Ύστερα ζητά να γίνει σεβαστός.

Μετά ζητά να θεωρηθεί «μία από τις απόψεις».

Κατόπιν γίνεται ενδεχόμενος κυβερνητικός εταίρος.

Και στο τέλος αρχίζει να αποφασίζει ποιος δικαιούται να μιλά.

Γι’ αυτό έχει τόσο τρομακτική επικαιρότητα ο στίχος:

«Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί

Σπαθιά κρατούσαν οι οχτροί

κι εμείς τα πήραμε για φυλαχτά».

Εκεί βρίσκεται όλη η τραγωδία.

Όχι μόνο στο ότι μπαίνουν στην πόλη οι οχτροί.

Αλλά στο ότι εμείς, κάποια στιγμή, παύουμε να τους αναγνωρίζουμε ως τέτοιους.

Δύο μέτρα και δύο σταθμά;

Και εδώ δεν μπορώ να αποφύγω έναν εξαιρετικά δυσάρεστο συνειρμό.

Πριν από λίγους μήνες αποφυλακίστηκε υπό όρους ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, έπειτα από περίπου 24 χρόνια πραγματικής κράτησης. Ήταν 82 ετών. Το Συμβούλιο Εφετών είχε κρίνει ότι είχε επιδείξει υποδειγματική συμπεριφορά, ότι υπήρχαν εχέγγυα σύννομης ζωής και ότι δεν διαφαινόταν κίνδυνος νέων εγκληματικών πράξεων.

Η αποφυλάκισή του προσβλήθηκε. Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε το βούλευμα, εφαρμόζοντας τη διάταξη που απαιτεί 25 χρόνια πραγματικής κράτησης για όσους εκτίουν περισσότερα ισόβια, και ο Γιωτόπουλος οδηγήθηκε ξανά στη φυλακή.

Δεν αμφισβητώ το δικαίωμα της Δικαιοσύνης να εφαρμόζει τον νόμο.

Και δεν πρόκειται να εξωραΐσω τη δράση της 17 Νοέμβρη ή τα εγκλήματά της.

Αλλά δικαιούμαι να παρατηρήσω την εικόνα.

Ένας άνθρωπος 82 ετών, ύστερα από 24 χρόνια εγκλεισμού, επιστρέφει στη φυλακή με δικαστική παρέμβαση.

Και την ίδια στιγμή ο Ηλίας Κασιδιάρης βγαίνει από τη φυλακή και, πριν ακόμη περάσει την πύλη της, έχει ήδη προαναγγελθεί η επιστροφή του στην ενεργό πολιτική και η πρόθεσή του να συμμετάσχει στις επόμενες εκλογές. Η καταδίκη του για διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή επιβεβαιώθηκε και σε δεύτερο βαθμό τον Μάρτιο του 2026.

Ας μην κάνουμε το λάθος να ισχυριστούμε ότι οι δύο νομικές περιπτώσεις είναι ίδιες.

Δεν είναι.

Οι ποινές είναι διαφορετικές, τα αδικήματα είναι διαφορετικά και το νομικό καθεστώς είναι διαφορετικό.

Πολιτικά, όμως, η εικόνα είναι εκκωφαντική.

Από τη μία ένας γηραιός κρατούμενος μιας οργάνωσης που ανήκει πλέον στην ιστορία.

Από την άλλη ένα κορυφαίο στέλεχος μιας εγκληματικής νεοναζιστικής οργάνωσης που όχι μόνο δεν αποσύρεται από την πολιτική ζωή αλλά ετοιμάζει την επιστροφή του σε αυτήν.

Και αυτό είναι το κρίσιμο.

Δεν μιλάμε για έναν άνθρωπο που βγαίνει από τη φυλακή και επιστρέφει στην ιδιωτική του ζωή.

Μιλάμε για ένα πολιτικό εγχείρημα που επιχειρεί να επανέλθει στον δημόσιο χώρο.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο τι προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας.

Το ερώτημα είναι:

Τι κάνει η κοινωνία;

Ο φασισμός δεν νικιέται μόνο στις δικαστικές αίθουσες

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, και το όριο της λεγόμενης θεσμικής αντιμετώπισης.

Φυσικά και χρειάζεται η Δικαιοσύνη.

Φυσικά και χρειάζεται η εφαρμογή του νόμου.

Φυσικά και μια δημοκρατία έχει δικαίωμα να προστατεύεται από εκείνους που θέλουν να την καταλύσουν.

Αλλά όποιος πιστεύει ότι τελειώσαμε επειδή μια εγκληματική οργάνωση καταδικάστηκε κάνει τεράστιο λάθος.

Τα δικαστήρια μπορούν να καταδικάσουν μια εγκληματική οργάνωση. Δεν μπορούν να εξαφανίσουν τις κοινωνικές συνθήκες που γεννούν τον φασισμό.

Δεν μπορούν να οργανώσουν τις γειτονιές.

Δεν μπορούν να προστατεύσουν τον μετανάστη από τον καθημερινό ρατσισμό.

Δεν μπορούν να δώσουν δουλειά στον άνεργο.

Δεν μπορούν να δώσουν προοπτική στον νέο που αισθάνεται ότι δεν έχει μέλλον.

Δεν μπορούν να αποκαταστήσουν τη συλλογικότητα εκεί όπου έχουν μείνει μόνο μοναξιά, φόβος και κοινωνικός κανιβαλισμός.

Αυτά είναι δουλειά της πολιτικής.

Και κυρίως του οργανωμένου λαϊκού κινήματος.

Ναι. Οι φασίστες νικιούνται και στον δρόμο

Ας μην τρομάζουμε από τη φράση.

Ναι. Οι φασίστες νικιούνται και στον δρόμο

Όχι με μαχαιρώματα.

Όχι με αυτοδικία.

Όχι με τυφλή βία.

Αυτές οι πρακτικές είναι ξένες προς ένα δημοκρατικό λαϊκό κίνημα και, πολλές φορές, αποτελούν το καλύτερο δώρο στην ίδια την Ακροδεξιά.

«Στον δρόμο» σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο.

Σημαίνει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σε μια αντιφασιστική διαδήλωση.

Σημαίνει συνδικάτα που δεν αφήνουν τους νεοναζί να εμφανίζονται ως δήθεν προστάτες των εργαζομένων.

Σημαίνει φοιτητικούς συλλόγους, σωματεία, δήμους, πολιτιστικούς συλλόγους και συλλογικότητες γειτονιάς.

Σημαίνει τον δημόσιο χώρο γεμάτο από ανθρώπους και όχι παραδομένο σε τάγματα τραμπούκων.

Σημαίνει να ξέρει κάθε επίδοξος φασίστας ότι απέναντί του δεν έχει μόνο έναν εισαγγελέα.

Έχει μια κοινωνία ολόκληρη.

Αυτό ήταν πάντα το μεγάλο όπλο του αντιφασιστικού κινήματος.

Η μαζικότητα.

Η οργάνωση.

Η αλληλεγγύη.

Η πολιτική απομόνωση.

Η φυσική παρουσία των δημοκρατικών πολιτών στον δημόσιο χώρο.

Γιατί το σύστημα δεν είναι πάντοτε τόσο αθώο

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που η Αριστερά οφείλει να λέει καθαρά.

Η ακροδεξιά δεν μεγαλώνει στο πολιτικό κενό.

Και δεν είναι πάντοτε πραγματικά «αντισυστημική».

Στην ιστορία της Ευρώπης, τμήματα των οικονομικών και πολιτικών ελίτ θεώρησαν επανειλημμένα ότι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την άκρα Δεξιά ως ανάχωμα απέναντι στο εργατικό κίνημα, την Αριστερά ή την κοινωνική αναταραχή.

Το αποτέλεσμα το γνωρίζουμε.

Εκείνοι που πίστεψαν ότι θα χρησιμοποιήσουν το τέρας ανακάλυψαν πολλές φορές ότι το τέρας είχε δική του βούληση.

Γι’ αυτό και πρέπει να είμαστε εξαιρετικά καχύποπτοι όταν ακούμε σήμερα ότι η Ακροδεξιά «ωρίμασε».

Ότι «πρέπει να συνομιλήσουμε μαζί της».

Ότι «εκφράζει υπαρκτές αγωνίες».

Ότι πρέπει η παραδοσιακή Δεξιά να υιοθετήσει ένα μέρος της ατζέντας της για να την αποδυναμώσει.

Ότι πρέπει να «δούμε το ενδεχόμενο να υπάρξει συνεργασία με μια πιο σοβαρή Χρυσή Αυγή»!!!

Αυτό το έργο το έχουμε ξαναδεί.

Και σχεδόν πάντα συμβαίνει το αντίθετο.

Δεν μετακινείται η Ακροδεξιά προς τη Δημοκρατία.

Μετακινείται ολόκληρο το πολιτικό σύστημα προς την Ακροδεξιά.

Χθες ήταν αδιανόητο.

Σήμερα είναι «σκληρή θέση».

Αύριο γίνεται κυβερνητική πολιτική.

Και μεθαύριο αναρωτιόμαστε πότε ακριβώς μετακινήθηκε το όριο.

Το αυγό του φιδιού έχει επωαστήριο

Γι’ αυτό δεν μου αρκεί να καταγγέλλουμε τον Κασιδιάρη.

Ούτε να περιμένουμε από τον Άρειο Πάγο να λύσει το πολιτικό πρόβλημα της Ακροδεξιάς.

Το αυγό του φιδιού έχει επωαστήριο.

Είναι η φτώχεια.

Η ανασφάλεια.

Η διάλυση των συλλογικών δεσμών.

Η ανεργία.

Η εγκατάλειψη των λαϊκών συνοικιών.

Η απουσία προοπτικής για τη νέα γενιά.

Η αίσθηση ότι οι ισχυροί δεν τιμωρούνται ποτέ.

Η διαφθορά.

Η αλαζονεία της εξουσίας.

Η κρίση αντιπροσώπευσης.

Και όταν η Αριστερά εγκαταλείπει αυτά τα πεδία, δεν μένουν κενά.

Κάποιος άλλος έρχεται να τα καταλάβει.

Ο φασίστας πηγαίνει στον θυμωμένο άνθρωπο και του προσφέρει την πιο εύκολη απάντηση:

Δεν φταις εσύ. Δεν φταίει η κοινωνική αδικία. Δεν φταίει η εκμετάλλευση. Δεν φταίει η συγκέντρωση πλούτου και εξουσίας.

Φταίει ο μετανάστης.

Φταίει ο διαφορετικός.

Φταίει ο αδύναμος.

Κι έτσι η κοινωνική οργή, αντί να στραφεί προς τα πάνω, στρέφεται προς τα κάτω.

Αυτό υπήρξε πάντοτε μία από τις χρησιμότερες υπηρεσίες της Ακροδεξιάς προς το σύστημα που υποτίθεται ότι πολεμά.

Δεν χρειαζόμαστε «αντιφασισμό σαλονιού»

Γι’ αυτό και δεν χρειάζεται ένας ακόμη επετειακός, αποστειρωμένος αντιφασισμός.

Ένας αντιφασισμός των συνεδρίων.

Των δηλώσεων.

Των επετείων.

Των τηλεοπτικών πάνελ.

Των καλών προθέσεων.

Χρειάζεται λαϊκός αντιφασισμός.

Με εργαζομένους.

Με νέους.

Με συνδικάτα.

Με ανθρώπους της Αριστεράς.

Με δημοκράτες.

Με ανθρώπους που μπορεί να μην είναι καν αριστεροί αλλά ξέρουν πού οδηγεί η κατάλυση των ελευθεριών.

Και αυτό το κίνημα δεν μπορεί να περιορίζεται στο «όχι στους φασίστες».

Πρέπει να δίνει και θετική απάντηση.

Δουλειά.

Αξιοπρέπεια.

Δημόσια Υγεία.

Δημόσια Παιδεία.

Στέγη.

Δικαιώματα.

Ισότητα.

Κοινωνική δικαιοσύνη.

Δημοκρατία μέσα και έξω από τους θεσμούς.

Γιατί μόνο έτσι στερείς από την Ακροδεξιά το έδαφος πάνω στο οποίο φυτρώνει.

Και ποιος θα κρατήσει τη σημαία;

Αναζητούμε τον σημαιοφόρο αυτού του δημοκρατικού εγχειρήματος. Εφόσον οι υπάρχοντες σήμερα απορρίπτονται συλλήβδην από το εκλογικό σώμα, από τους δημοκρατικούς πολίτες.

Οι ηγεσίες είναι απαραίτητες. Τα πρόσωπα μετρούν. Η ηθική αξιοπιστία είναι πολύτιμη.

Αλλά η μεγάλη δύναμη απέναντι στον φασισμό δεν ήταν ποτέ ένας άνθρωπος.

Ήταν οι πολλοί.

Οι οργανωμένοι.

Οι αποφασισμένοι.

Οι άνθρωποι που κάποια στιγμή είπαν:

ΩΣ ΕΔΩ.

Γι’ αυτό και ναι:

Το αυγό του φιδιού δεν αντιμετωπίζεται με τριαντάφυλλα.

Δεν αντιμετωπίζεται όμως ούτε με ένα άλλο φίδι.

Αντιμετωπίζεται με μια κοινωνία όρθια.

Με ένα λαϊκό κίνημα μαζικό, δημοκρατικό, ταξικά και κοινωνικά συνειδητοποιημένο.

Με μια Αριστερά που θα ξαναβρεί τον λόγο ύπαρξής της στις γειτονιές, στους χώρους δουλειάς, στη νεολαία και στα κοινωνικά κινήματα.

Με πολίτες που δεν θα περιμένουν απλώς από το κράτος να τους προστατεύσει από τον φασισμό αλλά θα υπερασπιστούν οι ίδιοι –μαζικά, οργανωμένα και δημοκρατικά– τον δημόσιο χώρο και τις ελευθερίες τους.

Γιατί όταν οι εχθροί μπουν στην πόλη, είναι ήδη αργά να αναρωτιόμαστε από ποια πύλη πέρασαν.

Το ζητούμενο είναι να μην τους έχουμε προηγουμένως ανοίξει εμείς την πόρτα.

Και, κυρίως,

Να μην έχουμε πάρει τα σπαθιά τους για φυλαχτά.