Για μια επαναστατική πολιτική που διεκδικεί την εξουσία αντί να αρκείται στη διαμαρτυρία

Το ζήτημα της «κριτικής εκλογικής στήριξης» στο ΚΚΕ επανέρχεται με αξιοσημείωτη επιμονή στους κόλπους της ριζοσπαστικής και επαναστατικής Αριστεράς. Πολιτικές οργανώσεις, συλλογικότητες και ανένταχτοι αγωνιστές, παρότι διατυπώνουν σοβαρές ενστάσεις απέναντι στη στρατηγική και την πολιτική πρακτική της ηγεσίας του ΚΚΕ, καταλήγουν να υποστηρίζουν εκλογικά το κόμμα, επικαλούμενοι την ιστορική του διαδρομή, την ταξική του αναφορά, την οργανωτική του συγκρότηση και την ισχυρή παρουσία του στο εργατικό κίνημα.

Η επιλογή αυτή δεν είναι στερημένη πολιτικής λογικής. Το ΚΚΕ παραμένει η ισχυρότερη οργανωμένη δύναμη της ελληνικής κομμουνιστικής Αριστεράς. Διαθέτει ιστορική συνέχεια, ιδεολογική συνοχή, οργανωτική πειθαρχία και ουσιαστικές αναφορές σε κοινωνικούς χώρους στους οποίους άλλες αριστερές δυνάμεις δυσκολεύονται ακόμη και να αποκτήσουν πρόσβαση.

Ωστόσο, η αναγνώριση αυτών των χαρακτηριστικών δεν μπορεί να μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτική υποχρέωση εκλογικής στήριξης.

Το αποφασιστικό ερώτημα δεν είναι ποιος διαθέτει σήμερα τον ισχυρότερο κομμουνιστικό οργανωτικό μηχανισμό. Είναι ποια πολιτική στρατηγική μπορεί να μετατρέψει τη συσσωρευμένη κοινωνική δύναμη της εργατικής τάξης σε δύναμη πολιτικής ηγεμονίας, ανατροπής και διεκδίκησης της εξουσίας.

Και σε αυτό ακριβώς το ερώτημα η διαρκής επίκληση της «κριτικής εκλογικής στήριξης» αδυνατεί να δώσει πειστική απάντηση.

Η αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική παρουσία και την πολιτική δυναμική

Το ΚΚΕ αποτελεί μια ιδιότυπη περίπτωση στην ευρωπαϊκή πολιτική πραγματικότητα. Σε μια περίοδο κατά την οποία τα περισσότερα παραδοσιακά κομμουνιστικά κόμματα έχουν είτε περιθωριοποιηθεί είτε ενσωματωθεί σε ευρύτερους σχηματισμούς της κοινοβουλευτικής Αριστεράς, έχει κατορθώσει να διατηρήσει ένα συμπαγές οργανωτικό και ιδεολογικό υπόβαθρο.

Η παρουσία του στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα, στο ΠΑΜΕ, σε εργατικά κέντρα και σωματεία, στους φοιτητικούς συλλόγους, στις αγροτικές κινητοποιήσεις και σε συλλογικές κοινωνικές διεκδικήσεις τού παρέχει δυνατότητες παρέμβασης που υπερβαίνουν σημαντικά το εκλογικό του μέγεθος.

Η ιστορική του αντοχή και η οργανωτική του συγκρότηση συνιστούν πραγματικά πολιτικά πλεονεκτήματα.

Κι όμως, αυτή η κοινωνική παρουσία δεν μετασχηματίζεται σε ανάλογη πολιτική ηγεμονία.

Στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2023 το ΚΚΕ συγκέντρωσε 7,69%, ενώ στις ευρωεκλογές του 2024 έφθασε το 9,25%. Η ποσοστιαία ενίσχυση είναι υπαρκτή, δεν σηματοδοτεί όμως μια ποιοτική αλλαγή της θέσης του στο πολιτικό σύστημα. Μάλιστα, η αύξηση του ποσοστού στις ευρωεκλογές συνοδεύτηκε από μείωση του απόλυτου αριθμού ψήφων σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές.

Το παράδοξο δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι το ΚΚΕ δεν κατακτά αυτομάτως την εκλογική πλειοψηφία. Οι πολιτικοί συσχετισμοί δεν αποτελούν μηχανική αντανάκλαση της οργανωτικής δύναμης ενός κόμματος.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι γιατί μια πολιτική δύναμη με τόσο ισχυρή κοινωνική γείωση, με συγκροτημένες ταξικές θέσεις και με αναμφισβήτητη ικανότητα κινητοποίησης δεν αναπτύσσει μια αντίστοιχη δυναμική διεκδίκησης της πολιτικής εξουσίας.

Η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην επίκληση των δυσμενών αντικειμενικών συσχετισμών.

Αποστολή ενός επαναστατικού κόμματος δεν είναι να περιγράφει τους συσχετισμούς, αλλά να οργανώνει τις κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις για την ανατροπή τους.

 

Η επαναστατική στρατηγική ως διαρκής αναβολή

Η ηγεσία του ΚΚΕ απορρίπτει κατηγορηματικά τη συμμετοχή σε κυβερνήσεις που λειτουργούν στο πλαίσιο της καπιταλιστικής διαχείρισης. Η θέση αυτή διαθέτει σοβαρή ιστορική και θεωρητική θεμελίωση.

Η εμπειρία κυβερνήσεων της Αριστεράς που αναδείχθηκαν με υποσχέσεις ριζοσπαστικού μετασχηματισμού και τελικά προσαρμόστηκαν στις απαιτήσεις του κυρίαρχου οικονομικού συστήματος προσφέρει ισχυρά επιχειρήματα υπέρ αυτής της επιφύλαξης.

Όμως εδώ ακριβώς εμφανίζεται μια κρίσιμη θεωρητική και πολιτική σύγχυση.

Άλλο είναι η άρνηση διαχείρισης του καπιταλισμού και άλλο η άρνηση συγκρότησης μιας άμεσης, αξιόπιστης πολιτικής πρότασης για την κατάκτηση της κυβερνητικής ευθύνης ως πεδίου ταξικής σύγκρουσης.

Η επαναστατική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στην προπαγάνδιση του τελικού ιστορικού σκοπού. Οφείλει να συγκροτεί μια συγκεκριμένη αλληλουχία πολιτικών στόχων, κοινωνικών συμμαχιών και μεταβατικών διεκδικήσεων, ικανή να συνδέσει τις σημερινές ανάγκες της εργατικής τάξης με την προοπτική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.

Η εργατική τάξη δεν αποκτά επαναστατική συνείδηση μόνο μέσα από την αποδοχή ενός ολοκληρωμένου θεωρητικού προγράμματος. Τη διαμορφώνει μέσα από την εμπειρία των αγώνων της, τη σύγκρουση με τα όρια του υπάρχοντος συστήματος και, κυρίως, μέσα από τη συνειδητοποίηση ότι μπορεί η ίδια να διεκδικήσει τη διεύθυνση της κοινωνίας.

Όταν όμως η πολιτική διεκδίκηση της εξουσίας μετατίθεται αποκλειστικά σε μια μελλοντική επαναστατική κατάσταση, χωρίς μια συγκεκριμένη πολιτική διαδρομή που να οδηγεί από το σημερινό επίπεδο συνείδησης και οργάνωσης σε αυτή την προοπτική, δημιουργείται ένα βαθύ στρατηγικό κενό.

Το κόμμα οργανώνει αντιστάσεις, καταγγέλλει την αστική πολιτική, αποκαλύπτει τις αντιφάσεις του συστήματος και διεκδικεί την ενίσχυσή του ως δύναμης λαϊκής αντιπολίτευσης.

Δεν συγκροτεί, ωστόσο, μια πειστική γέφυρα ανάμεσα στη σημερινή κοινωνική δυσαρέσκεια και στην προοπτική μιας διαφορετικής πολιτικής εξουσίας.

Έτσι, η επαναστατική στρατηγική κινδυνεύει να μετατραπεί, παρά τις αντίθετες διακηρύξεις, σε πολιτική διαρκούς αναμονής της επανάστασης.

 

Η πολιτική αυτάρκεια του 10%

Εδώ αναδεικνύεται μια ακόμη βαθύτερη αντίφαση.

Η ηγεσία του ΚΚΕ προβάλλει συστηματικά την εκλογική ενίσχυση του κόμματος ως προϋπόθεση ισχυρότερης λαϊκής αντιπολίτευσης. Κάθε ποσοστιαία άνοδος παρουσιάζεται ως θετική εξέλιξη, ακόμη και όταν δεν μεταβάλλει ουσιαστικά τη δυνατότητα του κόμματος να διεκδικήσει την πολιτική ηγεμονία.

Ένα ποσοστό της τάξης του 8% ή του 10% αποτελεί αναμφίβολα σημαντικό εκλογικό και οργανωτικό επίτευγμα.

Δεν μπορεί, όμως, να μετατρέπεται σε επαρκή πολιτικό ορίζοντα για ένα κόμμα που αυτοπροσδιορίζεται ως επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης.

Το πρόβλημα δεν είναι αριθμητικό. Είναι βαθύτατα στρατηγικό.

Μια πολιτική δύναμη μπορεί να διατηρεί και να αναπαράγει τη δύναμή της, να διαθέτει ισχυρό κομματικό μηχανισμό, να παρεμβαίνει αποτελεσματικά σε επιμέρους κοινωνικούς αγώνες και να κατοχυρώνει μια σταθερή κοινοβουλευτική παρουσία, χωρίς να προσεγγίζει ουσιαστικά τον ιστορικό της στόχο.

Αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο μιας ιδιότυπης πολιτικής αυτάρκειας.

Η οργανωτική αναπαραγωγή, η διατήρηση ενός συμπαγούς εκλογικού ακροατηρίου και η κατοχύρωση ενός διακριτού ιδεολογικού χώρου μπορούν να διαμορφώσουν, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των στελεχών, μια θεσμοποιημένη λογική αυτοσυντήρησης.

Δεν είναι αναγκαίο να αποδώσει κανείς στην ηγεσία του ΚΚΕ συνειδητή πρόθεση εκλογικής στασιμότητας. Μια τέτοια κατηγορία θα απαιτούσε συγκεκριμένη απόδειξη.

Το ζήτημα είναι ουσιαστικότερο: μια πολιτική στρατηγική μπορεί να παράγει συστηματικά αποτελέσματα αυτοπεριορισμού, ακόμη και όταν οι φορείς της διακηρύσσουν ότι επιδιώκουν το αντίθετο.

Η διατήρηση ενός ποσοστού γύρω στο 10% μπορεί έτσι να καταστεί λειτουργικά συμβατή με τη διαιώνιση του υπάρχοντος πολιτικού ρόλου του κόμματος.

Το ΚΚΕ παραμένει μια ισχυρή, συνεπής και αναγνωρίσιμη αντιπολιτευτική δύναμη, χωρίς να υποχρεώνεται να δοκιμάσει την πολιτική του πρόταση στο επίπεδο της άμεσης διεκδίκησης της διακυβέρνησης.

Το αποτέλεσμα είναι μια αντίφαση ανάμεσα στη ρητορική της επαναστατικής ανατροπής και στην πρακτική αναπαραγωγή μιας πολιτικής θέσης που δεν αμφισβητεί άμεσα την κυριαρχία των αστικών κομμάτων.

 

Η εργατική κυβέρνηση ως πεδίο ταξικής σύγκρουσης

Η άποψη ότι κάθε κυβερνητική διεκδίκηση στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού συστήματος ισοδυναμεί αναπόφευκτα με ενσωμάτωση στην αστική διαχείριση είναι θεωρητικά ανεπαρκής.

Η κυβέρνηση και η κρατική εξουσία δεν ταυτίζονται.

Η εκλογική ανάδειξη μιας εργατικής κυβέρνησης δεν συνεπάγεται αυτομάτως τον έλεγχο των μηχανισμών του κράτους, της οικονομίας, της δημόσιας διοίκησης και των μέσων παραγωγής.

Αυτή, όμως, η διάκριση δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της εγκατάλειψης της κυβερνητικής διεκδίκησης.

Αντίθετα, αναδεικνύει την ανάγκη σύνδεσής της με ένα πρόγραμμα βαθιών κοινωνικών μετασχηματισμών και με τη συγκρότηση ανεξάρτητων μορφών εργατικής και λαϊκής εξουσίας.

Μια τέτοια πολιτική δεν θα αρκούνταν σε γενικές εξαγγελίες περί σοσιαλισμού. Θα συγκροτούσε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων: ουσιαστική αναδιανομή του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου, δημόσιο έλεγχο στρατηγικών τομέων της οικονομίας, κοινωνικοποίηση κρίσιμων παραγωγικών υποδομών με δημοκρατικό εργατικό έλεγχο, κατοχύρωση της εργασίας, ενίσχυση των δημόσιων αγαθών και ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων στις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή τους.

Η υλοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος θα συναντούσε αναπόφευκτα την αντίσταση του κεφαλαίου και των κυρίαρχων οικονομικών μηχανισμών.

Ακριβώς γι’ αυτό δεν θα μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά στους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς. Θα απαιτούσε τη συνεχή κινητοποίηση και αυτοτελή οργάνωση της εργατικής τάξης, την ανάπτυξη δημοκρατικών θεσμών λαϊκού ελέγχου και την ενεργό συμμετοχή των κοινωνικών δυνάμεων που θα στήριζαν τον μετασχηματισμό.

Αυτή είναι η ουσία μιας επαναστατικής μεταβατικής πολιτικής: όχι η εγκατάλειψη του σοσιαλιστικού στόχου στο όνομα της κυβερνητικής διαχείρισης, αλλά η σύνδεση των άμεσων κοινωνικών αναγκών με την αναγκαιότητα υπέρβασης των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας.

Η εργατική κυβέρνηση δεν μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό. Μπορεί, όμως, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να καταστεί κρίσιμο πεδίο ανάπτυξης και όξυνσης της ταξικής πάλης.

Η άρνηση ακόμη και της διερεύνησης αυτής της δυνατότητας στερεί από την επαναστατική πολιτική ένα σημαντικό πεδίο παρέμβασης.

 

Το αδιέξοδο της «κριτικής εκλογικής στήριξης»

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή της κριτικής εκλογικής στήριξης στο ΚΚΕ αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Όσοι την υποστηρίζουν επικαλούνται συνήθως την ανάγκη ενίσχυσης της ισχυρότερης οργανωμένης δύναμης της κομμουνιστικής Αριστεράς, παρά τις ουσιαστικές διαφωνίες τους με τη στρατηγική της.

Η επιχειρηματολογία αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί βάσιμη ως περιορισμένη εκλογική τακτική, σε συγκεκριμένες πολιτικές συνθήκες.

Όταν, όμως, η ίδια επιλογή επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά από τη μία εκλογική αναμέτρηση στην άλλη, χωρίς να συνοδεύεται από μια συγκεκριμένη στρατηγική υπέρβασης των αδυναμιών που αναγνωρίζονται, παύει να αποτελεί απλώς τακτικό ελιγμό.

Μετατρέπεται σε μια σταθερή πολιτική σχέση εξάρτησης.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η θεμελιώδης αντίφαση.

Όσοι θεωρούν ότι η ηγεσία του ΚΚΕ ακολουθεί μια στρατηγική πολιτικού αυτοπεριορισμού οφείλουν να εξηγήσουν με ποιον τρόπο η διαρκής εκλογική ενίσχυση αυτής της ηγεσίας μπορεί να συμβάλει στην υπέρβαση της συγκεκριμένης στρατηγικής.

Η εκλογική στήριξη, ακόμη και όταν συνοδεύεται από αυστηρή κριτική, ενισχύει αντικειμενικά την πολιτική νομιμοποίηση του κόμματος και της ηγεσίας που καθορίζει την πολιτική του γραμμή.

Ασφαλώς, η ψήφος δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την αποδοχή του συνόλου μιας πολιτικής στρατηγικής. Στην πολιτική πραγματικότητα, όμως, τα εκλογικά αποτελέσματα ερμηνεύονται, αξιοποιούνται και προβάλλονται από τις κομματικές ηγεσίες ως επιβεβαίωση της κατεύθυνσής τους.

Εάν, λοιπόν, η κριτική στήριξη δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους, από αυτόνομη οργανωτική συγκρότηση, από πρωτοβουλίες κοινής δράσης και από μια ανεξάρτητη προγραμματική πρόταση, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως συμπληρωματικός μηχανισμός αναπαραγωγής της πολιτικής που υποτίθεται ότι αμφισβητεί.

Η κριτική ψήφος δεν αποτελεί αυτοτελή επαναστατική στρατηγική. Είναι ένα τακτικό μέσο, του οποίου η αξία εξαρτάται αποκλειστικά από τον πολιτικό σκοπό που υπηρετεί.

Και όταν αυτός ο σκοπός δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια, η κριτική κινδυνεύει να περιοριστεί σε θεωρητική επιφύλαξη, ενώ η εκλογική πράξη αναπαράγει τους ίδιους πολιτικούς συσχετισμούς.

 

Η ενότητα της δράσης δεν προϋποθέτει εκλογική υποταγή

Η απόρριψη της διαρκούς κριτικής εκλογικής στήριξης δεν συνεπάγεται υποτίμηση του ΚΚΕ, άρνηση της ιστορικής του συμβολής ή εγκατάλειψη της κοινής δράσης με τα μέλη και τους αγωνιστές του.

Αντίθετα, μια συνεπής επαναστατική πολιτική οφείλει να επιδιώκει τη μεγαλύτερη δυνατή ενότητα της εργατικής τάξης στους πραγματικούς κοινωνικούς αγώνες.

Η κοινή δράση στα συνδικάτα, στους χώρους εργασίας, στους φοιτητικούς συλλόγους και στα κοινωνικά κινήματα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών.

Αυτή η ενότητα, όμως, δεν προϋποθέτει πολιτική ή εκλογική ευθυγράμμιση.

Η ενότητα της εργατικής δράσης και η ανεξαρτησία της πολιτικής κριτικής δεν αποτελούν αντιφατικές αρχές. Αποτελούν δύο αλληλένδετες προϋποθέσεις της επαναστατικής στρατηγικής.

Η κοινή δράση πρέπει να επιδιώκεται στη βάση συγκεκριμένων κοινωνικών στόχων και διεκδικήσεων, χωρίς να απαιτείται από τις συμμετέχουσες δυνάμεις να αποσιωπήσουν τις στρατηγικές τους διαφορές.

Αντίστοιχα, η πολιτική αυτοτέλεια των επαναστατικών δυνάμεων πρέπει να οικοδομείται όχι μέσα από έναν αδιέξοδο ανταγωνισμό οργανωτικών μηχανισμών, αλλά μέσα από τη διαμόρφωση μιας πειστικής πολιτικής πρότασης που θα απευθύνεται στο σύνολο της εργατικής τάξης.

Το ζητούμενο δεν είναι η αντικατάσταση μιας κομματικής περιχαράκωσης από μια άλλη.

Είναι η διαμόρφωση ενός ευρύτερου κοινωνικού και πολιτικού ρεύματος που θα συνδυάζει την ταξική συνέπεια με τη δυνατότητα συγκρότησης πλειοψηφικών συμμαχιών.

 

Η ιστορική ευθύνη της κομμουνιστικής Αριστεράς

Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής Αριστεράς δεν είναι η έλλειψη ριζοσπαστικών διακηρύξεων.

Είναι η αδυναμία συγκρότησης ενός πολιτικού υποκειμένου ικανού να συνδέσει τη ριζοσπαστική κριτική με μια πλειοψηφική κοινωνική και πολιτική προοπτική.

Το ΚΚΕ διαθέτει σημαντικά στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση μιας τέτοιας προσπάθειας: κοινωνικές αναφορές, πολιτική εμπειρία, οργανωτική συγκρότηση, ιστορική ταυτότητα και ικανότητα συλλογικής δράσης.

Δεν είναι δεδομένο ότι μια διαφορετική στρατηγική θα το μετέτρεπε αυτομάτως σε πλειοψηφική δύναμη. Η πολιτική ηγεμονία προϋποθέτει μακρόχρονη κοινωνική εργασία, ευρύτερες συμμαχίες, αξιόπιστο μεταβατικό πρόγραμμα και πειστικές απαντήσεις σε σύνθετα οικονομικά και θεσμικά ζητήματα.

Ωστόσο, η απουσία μιας τέτοιας στρατηγικής περιορίζει εξαρχής τη δυνατότητα ανάπτυξης μιας ευρύτερης δυναμικής.

Η επαναστατική πολιτική δεν μπορεί να αρκείται στη διατήρηση ενός ιστορικά δικαιωμένου ιδεολογικού πυρήνα.

Οφείλει να επιδιώκει τη μετατροπή των ιδεών της σε υλική πολιτική δύναμη, ικανή να επηρεάζει αποφασιστικά την πορεία της κοινωνίας.

Αυτό προϋποθέτει την οικοδόμηση ενός πολιτικού σχεδίου που δεν θα αντιμετωπίζει την εκλογική ενίσχυση απλώς ως διεύρυνση της αντιπολιτευτικής παρουσίας, αλλά ως μέρος μιας συνολικής προσπάθειας συγκρότησης εργατικής και λαϊκής πλειοψηφίας.

Και μια τέτοια προσπάθεια απαιτεί πολιτική αυτοτέλεια, σαφή στρατηγική και συγκεκριμένη προοπτική εξουσίας.

 

Από την πολιτική της διαμαρτυρίας στην πολιτική της εξουσίας

Η ιστορική αποστολή ενός επαναστατικού κόμματος δεν είναι να αποτελεί την πιο συνεπή αντιπολίτευση του καπιταλισμού.

Είναι να συμβάλλει στην οργάνωση της κοινωνικής δύναμης που θα μπορέσει να τον υπερβεί.

Η διαφορά είναι θεμελιώδης.

Ένα κόμμα μπορεί να διαθέτει σωστές θέσεις, να παρεμβαίνει αποτελεσματικά στους κοινωνικούς αγώνες, να διατηρεί τη συνοχή του και να καταγράφει αξιόλογα εκλογικά αποτελέσματα, χωρίς να προσεγγίζει ουσιαστικά τον στρατηγικό του στόχο.

Η μετατροπή της επαναστατικής προοπτικής σε διαρκώς μετατιθέμενο ιστορικό ενδεχόμενο ενέχει τον κίνδυνο να καταστήσει την καθημερινή πολιτική δραστηριότητα αυτοσκοπό.

Απέναντι σε αυτόν τον κίνδυνο, όσοι υποστηρίζουν την κριτική εκλογική στήριξη στο ΚΚΕ οφείλουν να απαντήσουν σε ένα θεμελιώδες ερώτημα: πώς η επανειλημμένη ενίσχυση ενός κόμματος, του οποίου τη στρατηγική θεωρούν ανεπαρκή, συμβάλλει στη δημιουργία των πολιτικών προϋποθέσεων για την υπέρβαση αυτής ακριβώς της ανεπάρκειας;

Το ζήτημα δεν είναι η εκλογική επιβίωση ή η οργανωτική ενίσχυση της κομμουνιστικής Αριστεράς.

Είναι η ανάδειξή της σε δύναμη ικανή να διεκδικήσει την πολιτική ηγεμονία στην κοινωνία, να συγκροτήσει μια εργατική και λαϊκή πλειοψηφία και να θέσει το ζήτημα της εξουσίας ως πραγματικό πολιτικό διακύβευμα.

Διότι μια Αριστερά που δεν θέτει με συγκεκριμένους πολιτικούς όρους το ζήτημα της εξουσίας κινδυνεύει, ανεξάρτητα από τον επαναστατικό χαρακτήρα των διακηρύξεών της, να καταλήξει μόνιμος διαχειριστής της ίδιας της αντιπολιτευτικής της ύπαρξης.

Και όσοι, αναγνωρίζοντας αυτό το αδιέξοδο, συνεχίζουν να το ενισχύουν εκλογικά χωρίς μια συγκεκριμένη στρατηγική υπέρβασής του, δεν μπορούν να θεωρούν ότι η προσθήκη του επιθέτου «κριτική» αρκεί για να άρει την πολιτική αντίφαση της επιλογής τους.

Η επαναστατική Αριστερά δεν χρειάζεται μια ακόμη αποτελεσματική μέθοδο διατήρησης της αντιπολίτευσης. Χρειάζεται μια πειστική στρατηγική για την κατάκτηση της εξουσίας και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Η αποτυχία μιας πολιτικής δεκαετιών και η ανάγκη για ριζική αλλαγή

Η πρόσφατη τραγωδία στην Πλάκα, όπου έξι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας έκρηξης φυσικού αερίου που, σύμφωνα με τις έρευνες, προκλήθηκε κατά την απόπειρα κλοπής χαλκοσωλήνων, αναδεικνύει με τον πιο δραματικό τρόπο τις συνέπειες της οργανωμένης παραβατικότητας, της ανεπαρκούς πρόληψης και της αποτυχίας του κράτους να προστατεύσει την ανθρώπινη ζωή.

Αποτελεί ταυτόχρονα αφορμή για μια ευρύτερη συζήτηση που η ελληνική κοινωνία αποφεύγει εδώ και δεκαετίες: την ανομία, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την αποτυχία των δημόσιων πολιτικών ένταξης και τη διαχρονική ανοχή του πολιτικού συστήματος απέναντι σε καταστάσεις που δεν θα έπρεπε να γίνονται αποδεκτές σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία.

Το ζήτημα των Ρομά αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αυτών των αντιφάσεων.

Ας είμαστε ξεκάθαροι: η εγκληματικότητα δεν έχει εθνότητα και η συλλογική ενοχοποίηση των Ρομά είναι απαράδεκτη. Εξίσου απαράδεκτη, όμως, είναι η επίκληση του κοινωνικού αποκλεισμού ως δικαιολογία για την ανοχή απέναντι σε πραγματικές εγκληματικές δραστηριότητες.

Σε περιοχές όπου καταγράφονται συστηματικά κλοπές, διαρρήξεις, διακίνηση ναρκωτικών, παράνομη εμπορία μετάλλων, ρευματοκλοπές και άλλες μορφές παραβατικότητας, η Πολιτεία έχει υποχρέωση να παρεμβαίνει αποτελεσματικά. Όχι περιστασιακά, με επικοινωνιακές αστυνομικές επιχειρήσεις, αλλά μόνιμα, με οργανωμένο σχέδιο, αστυνομική παρουσία, δικαστική διερεύνηση και κοινωνική παρέμβαση.

Κανένας οικισμός, καταυλισμός ή γειτονιά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως περιοχή περιορισμένης κρατικής παρουσίας. Κανένας πολίτης δεν μπορεί να αισθάνεται εγκαταλελειμμένος απέναντι στην παραβατικότητα. Και κανένας κάτοικος ενός καταυλισμού δεν πρέπει να εγκαταλείπεται στην εξουσία εγκληματικών κυκλωμάτων.

Το κράτος δικαίου είτε ισχύει για όλους είτε παύει να είναι κράτος δικαίου.

Η μεγάλη υποκρισία των πολιτικών κοινωνικής ένταξης

Εδώ και δεκαετίες διατίθενται σημαντικοί εθνικοί και ευρωπαϊκοί πόροι για την κοινωνική ένταξη των Ρομά. Προγράμματα εκπαίδευσης, επαγγελματικής κατάρτισης, απασχόλησης, στεγαστικής αποκατάστασης, υγειονομικής φροντίδας και κοινωνικής διαμεσολάβησης διαδέχονται το ένα το άλλο.

Κι όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν οικισμοί χωρίς επαρκή ύδρευση, αποχέτευση, ηλεκτροδότηση και αποκομιδή απορριμμάτων. Παιδιά μεγαλώνουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, με σοβαρά εμπόδια στην εκπαίδευσή τους. Ολόκληρες κοινότητες παραμένουν αποκομμένες από την οργανωμένη οικονομική και κοινωνική ζωή.

Η εικόνα αυτή δεν επιτρέπει κανέναν εφησυχασμό.

Δεν αποδεικνύει ότι κάθε πρόγραμμα απέτυχε ή ότι όλοι οι πόροι κατασπαταλήθηκαν. Επιβάλλει, όμως, ένα θεμελιώδες ερώτημα: Πού κατευθύνθηκαν τα χρήματα, ποιοι τα διαχειρίστηκαν, ποιοι ωφελήθηκαν και ποια είναι τα πραγματικά, μετρήσιμα αποτελέσματα;

Δεν αρκεί να μετράμε πόσα σεμινάρια πραγματοποιήθηκαν, πόσοι συμμετείχαν σε ημερίδες και πόσες εκθέσεις συντάχθηκαν.

Πρέπει να γνωρίζουμε πόσα παιδιά ολοκλήρωσαν την υποχρεωτική εκπαίδευση, πόσοι ενήλικες απέκτησαν σταθερή νόμιμη εργασία, πόσες οικογένειες εξασφάλισαν αξιοπρεπή στέγη και πόσοι οικισμοί απέκτησαν τις στοιχειώδεις δημόσιες υποδομές.

Όταν η χρηματοδότηση εξαντλείται σε διαδικασίες χωρίς αποδεδειγμένο κοινωνικό αποτέλεσμα, η πολιτική ένταξης κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό αναπαραγωγής του ίδιου προβλήματος.

Η πελατειακή διαχείριση και οι πολιτικές ευθύνες

Υπάρχει και μια άλλη διάσταση που δεν επιτρέπεται να παραμένει εκτός δημόσιας συζήτησης: οι σχέσεις τοπικής πολιτικής εξουσίας, οικονομικών συμφερόντων και άτυπων μηχανισμών επιρροής.

Οι καταγγελίες για πελατειακή εκμετάλλευση κοινοτήτων Ρομά, πολιτική προστασία τοπικών παραγόντων ή επιλεκτική ανοχή σε παρανομίες πρέπει να ερευνηθούν θεσμικά, με συγκεκριμένα στοιχεία και απόδοση ευθυνών.

Δεν είναι δυνατόν οι άνθρωποι αυτοί να αντιμετωπίζονται προεκλογικά ως εκλογική πελατεία και μετεκλογικά ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Ούτε μπορεί η κοινωνική πολιτική να ανατίθεται άτυπα σε μεσάζοντες, τοπικούς παράγοντες και αυτοανακηρυγμένους εκπροσώπους, χωρίς διαφάνεια, δημοκρατική νομιμοποίηση και λογοδοσία.

Η φτώχεια δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Και η κοινωνική ένταξη δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την απουσία του κράτους.

Τι πρέπει να αλλάξει – Ένα συγκεκριμένο σχέδιο παρέμβασης

1. Τέλος στις περιοχές περιορισμένης κρατικής παρουσίας.

Μόνιμη και οργανωμένη παρουσία των αρμόδιων δημόσιων υπηρεσιών σε κάθε οικισμό όπου εντοπίζονται σοβαρά προβλήματα. Στοχευμένες αστυνομικές επιχειρήσεις, υπό δικαστικό έλεγχο όπου απαιτείται, κατά εγκληματικών δικτύων, διακίνησης ναρκωτικών, εμπορίας ανθρώπων και συστηματικών κλοπών. Προστασία των κατοίκων, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων των Ρομά, από εκβιασμούς και εγκληματική εκμετάλλευση.

2. Χτύπημα στην οικονομική βάση της παραβατικότητας.

Αυστηρή ιχνηλασιμότητα της εμπορίας χαλκού και άλλων μετάλλων. Υποχρεωτική καταγραφή προέλευσης, προμηθευτή και συναλλαγών από τις επιχειρήσεις ανακύκλωσης. Συστηματικοί φορολογικοί και αστυνομικοί έλεγχοι στους αποδέκτες κλεμμένων υλικών. Διερεύνηση των οικονομικών δικτύων που μετατρέπουν τις μικροκλοπές σε οργανωμένη και κερδοφόρα δραστηριότητα.

3. Ριζική αναθεώρηση και δημόσιος έλεγχος της χρηματοδότησης.

Ανεξάρτητος διαχειριστικός και ουσιαστικός έλεγχος των προγραμμάτων ένταξης της τελευταίας δεκαπενταετίας. Δημοσιοποίηση δικαιούχων, αναδόχων, προϋπολογισμών, παραδοτέων και πραγματικών αποτελεσμάτων. Αξιολόγηση κάθε νέας δράσης με κοινωνικούς δείκτες και όχι μόνο με την απορρόφηση κονδυλίων. Αναστολή ή ανασχεδιασμός αποδεδειγμένα αναποτελεσματικών παρεμβάσεων, με διασφάλιση των αναγκαίων κοινωνικών υπηρεσιών.

4. Σταδιακή κατάργηση των συνθηκών γκετοποίησης.

Καταγραφή των πραγματικών στεγαστικών αναγκών. Άμεση εξασφάλιση πόσιμου νερού, αποχέτευσης, καθαριότητας και ασφαλούς ηλεκτροδότησης. Σταδιακή μετάβαση από τους ακατάλληλους καταυλισμούς σε αξιοπρεπή, διάσπαρτη κατοικία μέσα στον αστικό και κοινωνικό ιστό, χωρίς δημιουργία νέων γκέτο και χωρίς αναγκαστικούς εκτοπισμούς.

5. Κανένα παιδί εκτός σχολείου.

Πραγματική καθολική φοίτηση στην υποχρεωτική εκπαίδευση, με μεταφορά μαθητών, σχολική διαμεσολάβηση, ενισχυτική διδασκαλία και συστηματική συνεργασία σχολείου, οικογένειας και κοινωνικών υπηρεσιών. Αντιμετώπιση της παιδικής εργασίας και της εκμετάλλευσης ανηλίκων. Οι γονείς έχουν υποχρεώσεις απέναντι στα παιδιά τους και η Πολιτεία έχει υποχρέωση να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε αυτές να εκπληρώνονται.

6. Από τα επιδόματα στην πραγματική οικονομική και εργασιακή ένταξη.

Ουσιαστική επαγγελματική κατάρτιση συνδεδεμένη με συγκεκριμένες θέσεις εργασίας, πιστοποίηση δεξιοτήτων, υποστήριξη της νόμιμης αυτοαπασχόλησης και των κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων. Έλεγχος της πραγματικής απασχόλησης μετά την ολοκλήρωση κάθε προγράμματος. Καταπολέμηση των διακρίσεων στην πρόσληψη και στην πρόσβαση στην αγορά εργασίας.

7. Δημοκρατική συμμετοχή χωρίς μεσάζοντες και προστάτες.

Δημιουργία ανοιχτών τοπικών δομών διαλόγου, με συμμετοχή των κατοίκων Ρομά, της τοπικής κοινωνίας, των δήμων, των σχολείων και των κοινωνικών υπηρεσιών. Διαφανείς διαδικασίες εκπροσώπησης, χωρίς μονοπώλια και πελατειακές εξαρτήσεις. Ειδική ενθάρρυνση της συμμετοχής γυναικών και νέων.

8. Ενιαία δημόσια ευθύνη με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

Διυπουργικός μηχανισμός εφαρμογής, με επιχειρησιακή ευθύνη των αρμόδιων υπουργείων και της Αυτοδιοίκησης. Για κάθε οικισμό, συγκεκριμένο σχέδιο τριετίας, δημόσιος προϋπολογισμός, υπεύθυνος υλοποίησης και εξαμηνιαία δημοσιοποίηση αποτελεσμάτων. Ανεξάρτητη αξιολόγηση και δυνατότητα κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Ούτε ρατσισμός ούτε ανοχή στην ανομία

Η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος δεν είναι υπόθεση του στρατού, ούτε μπορεί να επιτευχθεί με συλλογικές τιμωρίες, αστυνομική αυθαιρεσία ή καταστολή χωρίς κοινωνική πολιτική.

Απαιτεί ισχυρό δημοκρατικό κράτος, αποτελεσματική αστυνομία, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, οργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες και αποφασιστική πολιτική βούληση.

Η κοινωνική καταγωγή δεν προσφέρει ασυλία απέναντι στον νόμο. Όπως και η παραβατικότητα ορισμένων δεν μπορεί να καταδικάζει συλλογικά μια ολόκληρη κοινότητα.

Το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στην ασφάλεια και στα κοινωνικά δικαιώματα. Είναι να εξασφαλίσουμε και τα δύο.

Αυτή οφείλει να είναι και η απάντηση μιας σύγχρονης, δημοκρατικής Αριστεράς: όχι η αμήχανη σιωπή μπροστά στην παραβατικότητα, από φόβο μήπως χαρακτηριστεί ρατσιστική· ούτε η υιοθέτηση της ακροδεξιάς ρητορικής της συλλογικής ενοχοποίησης.

Αλλά μια πολιτική κοινωνικής δικαιοσύνης με πραγματικό περιεχόμενο, που συνδυάζει δικαιώματα, υποχρεώσεις, πρόληψη, λογοδοσία και ισονομία.

Γιατί μια δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να αποδέχεται ούτε ανθρώπους που γεννιούνται και μεγαλώνουν σε συνθήκες εξαθλίωσης ούτε πολίτες που ζουν υπό τον φόβο της εγκληματικότητας.

Δεν χρειαζόμαστε άλλα προσχηματικά προγράμματα και άλλες μεγαλόστομες διακηρύξεις. Χρειαζόμαστε δημόσιο έλεγχο, μετρήσιμα αποτελέσματα και πολιτική σύγκρουση με κάθε μηχανισμό που συντηρεί την ανομία, την εκμετάλλευση και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Η δημοκρατία δεν πρέπει να έχει ούτε πολίτες δεύτερης κατηγορίας ούτε περιοχές έξω από την ισχύ του νόμου.

Κώστας Καρμπέρης

Οκτώβριος 2026

Από την εκπαιδευτική εξέγερση στη δημοκρατική και σοσιαλιστική ρήξη στην Ευρώπη

10 Οκτωβρίου 2026

Οι μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις που συγκλονίζουν τη Γαλλία και το Βέλγιο δεν αποτελούν μια στιγμιαία νεανική έκρηξη ούτε μια απλή διαμαρτυρία για επιμέρους εκπαιδευτικά προβλήματα. Είναι η ορατή εκδήλωση μιας βαθύτερης κοινωνικής κρίσης: μιας ολόκληρης γενιάς που βλέπει το δημόσιο σχολείο και το πανεπιστήμιο να υποβαθμίζονται, την εργασία να γίνεται επισφαλής, τη στέγη απρόσιτη και το μέλλον της να υποθηκεύεται στο όνομα της λιτότητας, της ανταγωνιστικότητας και της πολεμικής οικονομίας.

Στη Γαλλία το κίνημα ξεκίνησε από σχολεία των λαϊκών προαστίων και εξαπλώθηκε σε εκατοντάδες λύκεια, δεκάδες πανεπιστήμια και πολλές πόλεις. Στις 6 Οκτωβρίου περισσότεροι από 266.000 άνθρωποι διαδήλωσαν σε όλη τη χώρα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αρχών, με μαζικά σχολικά μπλόκα και αποχές από τα μαθήματα. Οι κινητοποιήσεις ανέδειξαν τις κενές θέσεις εκπαιδευτικών, τα υπερφορτωμένα τμήματα, τις φθαρμένες εγκαταστάσεις, την εξουθενωτική καθημερινότητα και το άγχος που προκαλούν οι μηχανισμοί εκπαιδευτικής επιλογής. Η ίδια η γαλλική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναγνωρίσει τα προβλήματα και να εξαγγείλει την πρόσληψη περίπου 3.000 αναπληρωτών εκπαιδευτικών.

Στο γαλλόφωνο Βέλγιο η αντίδραση στρέφεται εναντίον ενός σχεδίου περικοπών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ στην εκπαίδευση, της αύξησης των διδάκτρων και της επιδείνωσης των όρων εργασίας των εκπαιδευτικών. Στις 9 Οκτωβρίου δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι, εκπαιδευτικοί και φοιτητές διαδήλωσαν στις Βρυξέλλες κατά της λιτότητας, των αλλαγών στις συντάξεις και της αποδυνάμωσης των δημόσιων υπηρεσιών. Οι εκτιμήσεις κυμάνθηκαν από 30.000 έως 50.000 διαδηλωτές.

Αυτή ακριβώς η συνάντηση της νεολαίας με τον κόσμο της εργασίας αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο των κινητοποιήσεων. Όταν το μαθητικό μπλόκ παραμένει απομονωμένο, μπορεί να εξαντληθεί ή να κατασταλεί. Όταν όμως συνδέεται με τους εκπαιδευτικούς, τα συνδικάτα, τους εργαζομένους στις μεταφορές, στην υγεία και στις δημόσιες υπηρεσίες, μετατρέπεται σε εστία μιας πολύ ευρύτερης κοινωνικής σύγκρουσης.

Η εξέγερση αποκαλύπτει την πραγματική Ευρώπη

Το γαλλικό και το βελγικό κίνημα δεν προέκυψαν από το πουθενά. Είναι προϊόν μιας Ευρώπης στην οποία η δημόσια εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως κόστος, ενώ η στρατιωτικοποίηση παρουσιάζεται ως αδιαπραγμάτευτη ανάγκη.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διακηρύσσει ότι το σχέδιο “Readiness 2030” μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για έως και 800 δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετων αμυντικών δαπανών. Παράλληλα, το Συμβούλιο της ΕΕ παραδέχεται ότι οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες περιορίζουν τις δημόσιες δαπάνες, αλλά θεσπίζεται ειδική ευελιξία ακριβώς για την αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών.

Επομένως, το ζήτημα δεν είναι ότι «δεν υπάρχουν χρήματα». Το ζήτημα είναι ποιος αποφασίζει πού κατευθύνονται. Για εξοπλισμούς, επιδοτήσεις μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και στήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος οι δημοσιονομικοί κανόνες μπορούν να γίνουν ελαστικοί. Για σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, κοινωνική κατοικία και αξιοπρεπείς μισθούς παρουσιάζονται ως απαράβατοι νόμοι.

Αυτή είναι η ουσία του σημερινού ευρωπαϊκού νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Η πολιτική του «ακροκέντρου» υπόσχεται εκσυγχρονισμό, αλλά παράγει ιδιωτικοποίηση, κοινωνικό αποκλεισμό και αυταρχισμό. Επικαλείται την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, ενώ οργανώνει τον ανταγωνισμό μεταξύ εργαζομένων και λαών. Μιλά για δημοκρατικές αξίες, αλλά αντιμετωπίζει τη νεολαία ως πρόβλημα δημόσιας τάξης όταν αυτή διεκδικεί λόγο για το μέλλον της.

Η εξέγερση δεν είναι ακόμη επανάσταση

Οφείλουμε, όμως, να είμαστε πολιτικά ακριβείς. Οι σημερινές κινητοποιήσεις, όσο μαζικές και μαχητικές κι αν είναι, δεν αποτελούν ακόμη επανάσταση. Αποτελούν, όμως, το υλικό από το οποίο μπορεί να γεννηθεί μια δημοκρατική και κοινωνική επαναστατική διαδικασία.

Μια εξέγερση γίνεται επανάσταση όχι όταν αυξάνονται τα σπασμένα τζάμια, αλλά όταν αλλάζει ο συσχετισμός κοινωνικής δύναμης: όταν οι καταπιεζόμενοι οργανώνονται, αποκτούν κοινό πρόγραμμα, δημιουργούν δικούς τους δημοκρατικούς θεσμούς και διεκδικούν την πολιτική εξουσία για να μετασχηματίσουν την οικονομία και την κοινωνία.

Η τυφλή βία, οι εμπρησμοί και οι επιθέσεις χωρίς πολιτικό στόχο δεν αποτελούν απόδειξη ριζοσπαστισμού. Στο Βέλγιο, παρά τον κατά βάση ειρηνικό χαρακτήρα των μεγάλων διαδηλώσεων, καταγράφηκαν επεισόδια και καταστροφές από μικρότερες ομάδες. Τέτοιες ενέργειες απομονώνουν το κίνημα από την κοινωνία, διευκολύνουν την κρατική καταστολή και επιτρέπουν στην εξουσία να εξαφανίσει τα αιτήματα πίσω από εικόνες χάους.

Η επαναστατική στρατηγική δεν ταυτίζεται με τη στρατιωτικοποίηση του κινήματος. Ταυτίζεται με την ικανότητά του να κινητοποιεί εκατομμύρια ανθρώπους, να παραλύει δημοκρατικά την οικονομική λειτουργία, να αποσύρει τη λαϊκή συναίνεση από την κυβερνητική πολιτική και να οικοδομεί μια αξιόπιστη εναλλακτική εξουσία.

Ποια πολιτική πρωτοπορία χρειάζεται

Η αυθόρμητη αγανάκτηση δεν αρκεί. Χωρίς οργάνωση, συνέχεια και πολιτικό σχέδιο, ακόμη και η μεγαλύτερη κινητοποίηση μπορεί να κουραστεί, να κατακερματιστεί ή να περιοριστεί σε μικρές κυβερνητικές παραχωρήσεις. Η εξαγγελία προσλήψεων στη Γαλλία δείχνει ότι η κινητοποίηση μπορεί να αποσπά κατακτήσεις· δείχνει, όμως, και πώς μια κυβέρνηση μπορεί να επιχειρήσει να εκτονώσει ένα συνολικό κίνημα με αποσπασματικά μέτρα.

Χρειάζεται επομένως πολιτική πρωτοπορία. Όχι μια αυτοδιορισμένη ηγεσία που θα διατάζει τη νεολαία. Όχι ένα κλειστό κόμμα-ιδιοκτήτης του κινήματος. Και ασφαλώς όχι ένας παράνομος ή στρατιωτικοποιημένος μηχανισμός που θα υποκαθιστά τη μαζική δράση.

Η αναγκαία πρωτοπορία πρέπει να είναι:

  • πολιτικά συγκροτημένη και σοσιαλιστικά προσανατολισμένη,
  • δημόσια και όχι συνωμοτική,
  • πλουραλιστική και βαθιά δημοκρατική,
  • εκλεγμένη από τις συνελεύσεις,
  • ανακλητή οποιαδήποτε στιγμή,
  • οικονομικά διαφανής,
  • διεθνιστική και ταυτόχρονα προσηλωμένη στη λαϊκή κυριαρχία,
  • απολύτως ανεξάρτητη από κυβερνήσεις, επιχειρηματικά συμφέροντα και γραφειοκρατικούς μηχανισμούς.

Πρωτοπορία δεν είναι εκείνος που κάνει την πιο θεαματική σύγκρουση. Είναι εκείνος που βοηθά περισσότερους ανθρώπους να συμμετέχουν, να οργανώνονται και να συνειδητοποιούν τη δύναμή τους.

Ένα κοινό πρόγραμμα ευρωπαϊκής κοινωνικής ρήξης

Οι κινητοποιήσεις χρειάζονται ένα σαφές πολιτικό πρόγραμμα που να ενώνει μαθητές, φοιτητές και εργαζομένους. Ένας τέτοιος άξονας θα μπορούσε να περιλαμβάνει:

  1. Πλήρη ανατροπή των περικοπών στην εκπαίδευση. Μαζικές προσλήψεις μόνιμων εκπαιδευτικών, μείωση του αριθμού μαθητών ανά τμήμα και δημόσιο πρόγραμμα ανακαίνισης σχολείων και πανεπιστημίων.
  2. Πραγματικά δωρεάν δημόσια εκπαίδευση. Κατάργηση ή αντιστροφή των αυξήσεων στα δίδακτρα, φοιτητική στέγη, επαρκείς υποτροφίες και δωρεάν μετακινήσεις, σίτιση και εκπαιδευτικό υλικό.
  3. Κατάργηση των ταξικών και αδιαφανών μηχανισμών αποκλεισμού. Οι γαλλικές φοιτητικές οργανώσεις ζητούν ήδη την κατάργηση συστημάτων όπως το Parcoursup και το Mon Master, τη δημιουργία νέων θέσεων σπουδών και ουσιαστική συμμετοχή των φοιτητών στη διοίκηση.
  4. Ριζική φορολόγηση του μεγάλου πλούτου και των υπερκερδών. Κατάργηση των φορολογικών προνομίων των πολυεθνικών, καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και μεταφορά πόρων προς την παιδεία, την υγεία και την κοινωνική κατοικία.
  5. Δημόσιος και κοινωνικός έλεγχος των στρατηγικών τομέων. Ενέργεια, μεταφορές, νερό, βασικές υποδομές και κρίσιμες χρηματοπιστωτικές λειτουργίες δεν μπορούν να λειτουργούν αποκλειστικά με κριτήριο το ιδιωτικό κέρδος.
  6. Εγγυημένη εργασία και αξιοπρεπής ζωή για τη νέα γενιά. Κατώτατοι μισθοί που καλύπτουν το κόστος ζωής, προστασία των συλλογικών συμβάσεων, περιορισμός της επισφάλειας και δημόσια προγράμματα κοινωνικά και οικολογικά χρήσιμης απασχόλησης.
  7. Δημοκρατικά δικαιώματα και λογοδοσία των μηχανισμών καταστολής. Ανεξάρτητη διερεύνηση κάθε καταγγελίας αστυνομικής αυθαιρεσίας, αναγνώριση των διακριτικών των αστυνομικών και πραγματικός δικαστικός και κοινοβουλευτικός έλεγχος.
  8. Απόρριψη της Ευρώπης της λιτότητας και της πολεμικής οικονομίας. Οι κοινωνικές δαπάνες πρέπει να εξαιρεθούν από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Η ευρωπαϊκή συνεργασία πρέπει να οικοδομηθεί στη βάση της ειρήνης, της ισότιμης συνεργασίας των λαών και της κοινωνικής ασφάλειας.
  9. Αντιφασιστική και αντιρατσιστική ενότητα. Ίσα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα ανεξάρτητα από καταγωγή, θρησκεία ή χρώμα. Καμία ανοχή στη μετατροπή του μετανάστη, του πρόσφυγα ή του φτωχού μαθητή σε αποδιοπομπαίο τράγο.
  10. Δημοκρατική επανίδρυση της Ευρώπης. Περισσότερη εξουσία στους λαούς και λιγότερη σε ανεξέλεγκτους τεχνοκρατικούς μηχανισμούς, τραπεζικά συμφέροντα και λόμπι. Μια Ευρώπη κυρίαρχων λαών, κοινωνικής δικαιοσύνης και συνεργασίας — όχι μια ένωση αγορών, λιτότητας και εξοπλισμών.

Από τα αιτήματα στην οργανωμένη δύναμη

Το πρόγραμμα χρειάζεται συγκεκριμένο σχέδιο δράσης.

Πρώτον, γενικές συνελεύσεις παντού. Σε κάθε σχολείο, πανεπιστήμιο και σχολή πρέπει να λειτουργούν ανοιχτές συνελεύσεις που θα εκλέγουν ανακλητούς αντιπροσώπους. Οι αποφάσεις για καταλήψεις, διαδηλώσεις και διαπραγματεύσεις πρέπει να λαμβάνονται δημόσια και συλλογικά.

Δεύτερον, πανεθνικός συντονισμός. Οι τοπικές συνελεύσεις οφείλουν να συγκροτήσουν εθνικά συντονιστικά όργανα στη Γαλλία και στο Βέλγιο, με συγκεκριμένες εντολές και περιορισμένη θητεία. Χρειάζεται κοινός χάρτης δέκα έως δώδεκα αδιαπραγμάτευτων αιτημάτων.

Τρίτον, οργανική σύνδεση με το εργατικό κίνημα. Φοιτητές και μαθητές πρέπει να απευθυνθούν απευθείας στα πρωτοβάθμια σωματεία, στους συλλόγους εκπαιδευτικών και στους εργαζομένους των δημόσιων υπηρεσιών. Στόχος πρέπει να είναι η κλιμάκωση προς συντονισμένες απεργίες, κυλιόμενες κινητοποιήσεις και, όταν έχει οικοδομηθεί η αναγκαία κοινωνική υποστήριξη, πανεθνική γενική απεργία.

Τέταρτον, κοινό πανευρωπαϊκό κέντρο συντονισμού. Αντιπροσωπείες των γαλλικών και βελγικών συνελεύσεων πρέπει να απευθύνουν πρόσκληση σε μαθητικά, φοιτητικά και εργατικά κινήματα της υπόλοιπης Ευρώπης. Μια πρώτη πανευρωπαϊκή ημέρα δράσης μπορεί να προετοιμάσει ένα Δημοκρατικό Συνέδριο Νεολαίας και Εργασίας, με κοινό πρόγραμμα και εκλεγμένο συντονιστικό.

Πέμπτον, οργανωμένη πολιτική ανυπακοή. Αποχές, καταλήψεις, καθιστικές διαμαρτυρίες, αποκλεισμοί διοικητικών κέντρων και άλλες μορφές πίεσης μπορούν να κλιμακωθούν με αυστηρή μη βίαιη περιφρούρηση. Σκοπός δεν είναι η τυχαία σύγκρουση με τον πολίτη, αλλά η στοχευμένη πολιτική πίεση στα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Έκτον, κοινωνικές δομές αλληλεγγύης. Νομική υποστήριξη, ταμεία απεργών, ομάδες πρώτων βοηθειών, συλλογικές κουζίνες και δίκτυα φιλοξενίας είναι αναγκαία για να αντέξει ένα μακρόχρονο κίνημα.

Έβδομον, ανεξάρτητη ενημέρωση και τεκμηρίωση. Το κίνημα χρειάζεται δικά του μέσα ενημέρωσης, δημόσιο αρχείο αποφάσεων και επαληθευμένες καταγραφές περιστατικών καταστολής. Κάθε σοβαρή καταγγελία πρέπει να τεκμηριώνεται. Η αξιοπιστία αποτελεί πολιτικό όπλο.

Όγδοον, πολιτικό μέτωπο χωρίς ιδιοκτησιακές λογικές. Η κινητοποίηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην κοινωνική διαμαρτυρία. Χρειάζεται ένα ανοιχτό δημοκρατικό και σοσιαλιστικό μέτωπο, ικανό να παρεμβαίνει και στις εκλογές χωρίς να μετατρέπει τις συνελεύσεις σε μηχανισμό οποιουδήποτε κόμματος. Το κοινωνικό κίνημα πρέπει να διατηρεί την αυτονομία του και ο πολιτικός φορέας να λογοδοτεί σε αυτό — όχι το αντίστροφο.

Πώς αποτρέπεται η ακροδεξιά ιδιοποίηση

Η ακροδεξιά θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί την πραγματική οργή, παρουσιάζοντας ως υπεύθυνους τους μετανάστες, τις μειονότητες ή τους φτωχότερους. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο ηθική καταγγελία. Πρέπει να είναι κοινωνική και πολιτική.

Το κίνημα οφείλει να δείξει ότι ο αντίπαλος δεν είναι ο μαθητής άλλης καταγωγής, αλλά η πολιτική που κλείνει το σχολείο και χρηματοδοτεί το ολιγοπώλιο. Δεν είναι ο πρόσφυγας, αλλά η εργοδοσία που συμπιέζει μισθούς και δικαιώματα. Δεν είναι ένας άλλος λαός της Ευρώπης, αλλά το σύστημα που επιβάλλει σε όλους λιτότητα, ανασφάλεια και ανταγωνισμό.

Παράλληλα χρειάζεται δημοκρατική, μαζική αντιφασιστική περιφρούρηση. Καμία ανοχή σε ναζιστικά σύμβολα, ρατσιστικά συνθήματα ή επιθέσεις. Καμία, όμως, υποκατάσταση της πολιτικής πάλης από κλειστές ομάδες που αποφασίζουν ποιος δικαιούται να μιλήσει. Η καλύτερη άμυνα απέναντι στον φασισμό είναι ένα κίνημα κοινωνικά χρήσιμο, δημοκρατικά οργανωμένο και ικανό να δίνει πραγματικές απαντήσεις στην καθημερινή ανασφάλεια.

Το ιστορικό στοίχημα

Η νεολαία της Γαλλίας και του Βελγίου έχει ήδη αποδείξει ότι η κοινωνική ακινησία δεν είναι αιώνια. Έχει επιβάλει το ζήτημα της εκπαίδευσης στην πολιτική ατζέντα, έχει υποχρεώσει κυβερνήσεις να κάνουν παραχωρήσεις και έχει αρχίσει να συναντά τον οργανωμένο κόσμο της εργασίας.

Αλλά η σπίθα από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται κοινωνικό καύσιμο, πολιτική κατεύθυνση και δημοκρατική οργάνωση.

Η επιλογή δεν βρίσκεται ανάμεσα στην παθητική αναμονή των επόμενων εκλογών και στον τυφλό συγκρουσιασμό. Υπάρχει ένας δυσκολότερος αλλά αποτελεσματικότερος δρόμος: μαζική πολιτική ανυπακοή, εργατικός και φοιτητικός συντονισμός, παρατεταμένες απεργίες, κοινωνική αλληλεγγύη, ανεξάρτητη ενημέρωση, δημοκρατικός έλεγχος των ηγεσιών και συγκρότηση ενός πανευρωπαϊκού σοσιαλιστικού πολιτικού μετώπου.

Επανάσταση σήμερα σημαίνει να αλλάξει ριζικά το ποιος αποφασίζει, ποιος κατέχει τον κοινωνικό πλούτο, ποιος ελέγχει τις στρατηγικές υποδομές και για ποιες ανάγκες λειτουργεί η οικονομία. Σημαίνει να περάσει η εξουσία από τις αγορές, τα ολιγοπώλια και τις ανεξέλεγκτες γραφειοκρατίες στους εργαζομένους και στους δημοκρατικά οργανωμένους λαούς.

Τα σχολεία και τα πανεπιστήμια μπορούν να αποτελέσουν τα εργαστήρια αυτής της νέας δημοκρατίας. Οι απεργίες μπορούν να γίνουν η υλική της δύναμη. Και η πολιτική οργάνωση μπορεί να μετατρέψει τη διάχυτη οργή σε πρόγραμμα εξουσίας.

Το στοίχημα δεν είναι απλώς να υποχωρήσει μία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Είναι να ηττηθεί μια ολόκληρη πολιτική που καταδικάζει τη νέα γενιά να ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη. Να οικοδομηθεί μια άλλη Ευρώπη: ειρηνική, δημοκρατική, ανεξάρτητη από τα ολιγαρχικά συμφέροντα, κοινωνικά δίκαιη και σοσιαλιστική.

Η νεολαία άναψε τη σπίθα. Το καθήκον τώρα είναι να γίνει η σπίθα συνειδητή, οργανωμένη και ακατάβλητη κοινωνική δύναμη.