Οι πρόσφατες (16.7.2026) παρεμβάσεις του εκλογικού αναλυτή Ανδρέα Δρυμιώτη παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι επειδή πρέπει κανείς να συμφωνεί μαζί τους, αλλά επειδή αναδεικνύουν ένα κρίσιμο πολιτικό αδιέξοδο.

Ο Δρυμιώτης υποστηρίζει ότι, παρά τη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, τη μείωση της αγοραστικής δύναμης και τα σοβαρά προβλήματα διακυβέρνησης, η Νέα Δημοκρατία ενδέχεται να εμφανιστεί ισχυρότερη από ό,τι καταγράφουν σήμερα οι δημοσκοπήσεις. Κατά την άποψή του, αυτό συμβαίνει επειδή σημαντικό τμήμα των πολιτών δεν βλέπει μια πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης και, μπροστά στην αβεβαιότητα, επιλέγει τη λύση που ήδη γνωρίζει.

Αν αυτή η εκτίμηση είναι έστω και εν μέρει σωστή, τότε το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η κυβερνητική φθορά. Είναι κυρίως η αδυναμία των δημοκρατικών, προοδευτικών και αριστερών δυνάμεων να παρουσιάσουν μια κοινή, αξιόπιστη και κυβερνητικά πειστική πρόταση για την επόμενη ημέρα.

Η δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από τα ποσοστά των κομμάτων, τις προσωπικές στρατηγικές και τις φιλοδοξίες των αρχηγών. Αντίθετα, ελάχιστα συζητείται το κρίσιμο ερώτημα:

Εάν καμία πολιτική δύναμη δεν εξασφαλίσει αυτοδυναμία, υπάρχει σχέδιο για τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης συνεργασίας που θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες της χώρας και της κοινωνίας;

Εάν η ανάλυση του Δρυμιώτη είναι σωστή, τότε η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς περισσότερη αντιπολίτευση ή περισσότερη καταγγελία.

Η απάντηση πρέπει να είναι μια αξιόπιστη κυβερνητική εναλλακτική, με σαφές πολιτικό, κοινωνικό και θεσμικό περιεχόμενο.

Μια εναλλακτική που δεν θα περιορίζεται στην εναλλαγή προσώπων, αλλά θα δεσμεύεται σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα δημοκρατικής, κοινωνικής και παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.

Ένα πρόγραμμα που θα έχει ως βασικούς άξονες:

  • την αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης, με ουσιαστική ενίσχυση των εισοδημάτων, αντιμετώπιση της ακρίβειας και της αισχροκέρδειας, προστασία της εργασίας και ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους,
  • την παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, με έμφαση στην πραγματική παραγωγή, την καινοτομία, την περιφερειακή ανάπτυξη και τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας,
  • την αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών, με πλήρη διαφάνεια, λογοδοσία, αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου και ισχυρές εγγυήσεις για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και όλων των ανεξάρτητων αρχών από κάθε μορφή πολιτικής επιρροής,
  • την ενίσχυση της εθνικής αξιοπρέπειας και της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας, μέσα από μια πολυδιάστατη, υπεύθυνη και ειρηνική εξωτερική πολιτική, που θα υπερασπίζεται με αυτοπεποίθηση τα εθνικά συμφέροντα, θα ενισχύει τον ρόλο της Ελλάδας ως δύναμης σταθερότητας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο και θα αξιοποιεί τις παραδοσιακές σχέσεις της χώρας με την Ευρώπη, τα Βαλκάνια και τον αραβικό κόσμο.

Η ιστορία έχει δείξει ότι οι εκλογές δεν κερδίζονται μόνο από τη φθορά της εκάστοτε κυβέρνησης. Κερδίζονται όταν οι πολίτες πεισθούν ότι υπάρχει μια καλύτερη, σοβαρότερη και κυβερνητικά αξιόπιστη πρόταση, ικανή όχι μόνο να αλλάξει την κυβέρνηση, αλλά και να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κυβερνάται η χώρα.

Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν είναι μόνο η πολιτική αλλαγή. Είναι η συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής και δημοκρατικής πλειοψηφίας, που θα μπορέσει να ενώσει ευρύτερες προοδευτικές δυνάμεις γύρω από ένα κοινό πρόγραμμα ανασυγκρότησης, κοινωνικής συνοχής και εθνικής αυτοπεποίθησης.

Με αφορμή την δημοσίευση του Ν. 5306/2026 «Κύρωση Κώδικα Χωροταξίας – Πολεοδομίας» έχω τις ακόλουθες παρατηρήσεις – προτάσεις αναφορικά με την «Εκτός σχεδίου δόμηση».

Η δόμηση δεν πρέπει να είναι ατομικό δικαίωμα πάνω σε κάθε αγροτεμάχιο, αλλά κοινωνικά σχεδιασμένη λειτουργία του χώρου.

Δεν πρέπει να υπάρχει γενικευμένη «εκτός σχεδίου δόμηση» για κατοικία, τουρισμό, εμπόριο, γραφεία, logistics κ.λπ. Η δόμηση πρέπει να επιτρέπεται κυρίως εντός σχεδίου πόλης, εντός οριοθετημένων οικισμών ή σε οργανωμένα, εγκεκριμένα σχέδια επέκτασης και υποδοχής δραστηριοτήτων.
Εκτός σχεδίου να επιτρέπονται μόνο απολύτως αναγκαίες χρήσεις που από τη φύση τους ανήκουν στην ύπαιθρο: γεωργία, κτηνοτροφία, δασική παραγωγή, αναγκαίες υποδομές, έργα κοινής ωφέλειας, περιβαλλοντικά έργα.
Το ίδιο το άρθρο 249 λέει ότι σκοπός του κεφαλαίου είναι ο «περιορισμός της δόμησης» σε περιοχές όπου δεν υπάρχει πολεοδομικός σχεδιασμός πρώτου επιπέδου. Όμως αμέσως μετά, το άρθρο 250 κωδικοποιεί ειδικό καθεστώς για γήπεδα εκτός σχεδίων πόλεως, εκτός ορίων οικισμών και εκτός περιοχών με καθορισμένες χρήσεις/όρους δόμησης. Δηλαδή το νομοθέτημα λέει ότι θέλει να περιορίσει την εκτός σχεδίου δόμηση, αλλά την ίδια στιγμή τη διατηρεί ως κανονική θεσμική κατηγορία!
Αυτό είναι το βασικό πολιτικό πρόβλημα: η εξαίρεση γίνεται σύστημα.
Δεν λέει «πρώτα σχέδιο, μετά δόμηση».
Λέει «όπου δεν υπάρχει σχέδιο, θα σου δώσω ένα παράλληλο καθεστώς δόμησης».
Και μάλιστα το κεφάλαιο περιλαμβάνει όχι μόνο αγροτικές εγκαταστάσεις, αλλά κατοικία, γραφεία, καταστήματα, τουριστικές εγκαταστάσεις, αθλητικές εγκαταστάσεις, logistics και data centers.
Στην Ευρώπη η εικόνα είναι διαφορετική. Δεν είναι ότι δεν υπάρχει καθόλου έννοια «εκτός σχεδίου» με τεχνική έννοια• υπάρχουν παντού περιοχές εκτός πολεοδομικού σχεδίου ή εκτός ορίων οικισμού. Η διαφορά είναι ότι στις περισσότερες ώριμες ευρωπαϊκές πολεοδομικές παραδόσεις αυτές οι περιοχές δεν θεωρούνται γενικώς οικοδομήσιμες.
Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η «εξωτερική περιοχή» θεωρείται κατ’ αρχήν περιοχή που πρέπει να μείνει ελεύθερη από δόμηση• επιτρέπονται κυρίως προνομιακές/αναγκαίες χρήσεις όπως αγροτικές, δασικές και ορισμένες υποδομές, ενώ τα λοιπά έργα είναι κατ’ αρχήν μη επιτρεπτά ή εγκρίνονται μόνο κατ’ εξαίρεση.
Στη Γαλλία, στις αγροτικές, φυσικές ή δασικές ζώνες τα πολεοδομικά σχέδια μπορούν να επιτρέπουν κυρίως εγκαταστάσεις αναγκαίες για συλλογικό εξοπλισμό ή αγροτική/δασική δραστηριότητα, ενώ οι ειδικοί τομείς όπου επιτρέπεται δόμηση έχουν «εξαιρετικό» χαρακτήρα.
Στην Αγγλία, το σύστημα είναι ρητά plan-led: αν μια αίτηση συγκρούεται με επικαιροποιημένο σχέδιο, κανονικά δεν εγκρίνεται, ενώ η πολιτική αποθαρρύνει τις απομονωμένες κατοικίες στην ύπαιθρο εκτός στενών εξαιρέσεων.
Η ύπαιθρος δεν είναι απόθεμα οικοπέδων. Είναι παραγωγικός, οικολογικός, τοπιακός και κοινωνικός χώρος. Η κατοικία, οι υπηρεσίες, ο τουρισμός και οι επιχειρηματικές χρήσεις πρέπει να χωροθετούνται μέσα από σχέδιο, με δρόμους, ύδρευση, αποχέτευση, δημόσιους χώρους, σχολεία, συγκοινωνίες, αντιπλημμυρική προστασία και περιβαλλοντικό έλεγχο.
Συνεπώς, το εν λόγω νομοθέτημα αποδομείται στον πυρήνα του.
Το νομοθέτημα εμφανίζεται ως κώδικας τάξης, αλλά συντηρεί την αταξία.
Αντί να κλείσει οριστικά τον ιστορικό κύκλο της εκτός σχεδίου δόμησης, την κωδικοποιεί.
Αντί να πει «κανένα νέο δικαίωμα δόμησης χωρίς σχέδιο», διατηρεί πολλαπλές κατηγορίες δόμησης στην ύπαιθρο.
Μετατρέπει τη γη από κοινωνικό αγαθό σε εμπόρευμα προσδοκίας. Ένα αγροτεμάχιο δεν αποτιμάται πλέον μόνο ως παραγωγική γη, αλλά ως μελλοντικό οικόπεδο. Αυτό ανεβάζει τις τιμές γης, πιέζει τη γεωργική χρήση, ευνοεί την κερδοσκοπία και κάνει δυσκολότερη την πρόσβαση των νέων αγροτών στη γη.
Επιδοτεί έμμεσα την ιδιωτική διάχυση με δημόσιο κόστος. Όταν σπίτια, τουριστικές μονάδες και επιχειρήσεις απλώνονται διάσπαρτα στην ύπαιθρο, το κόστος για δρόμους, ρεύμα, νερό, αποχέτευση, απορρίμματα, πυροπροστασία και διασώσεις αφενός είναι αυξημένο, αφετέρου μεταφέρεται τελικά στην κοινωνία. Ο ιδιώτης κερδίζει την υπεραξία• το Δημόσιο και οι Δήμοι πληρώνουν τις υποδομές.
Υπονομεύει την κλιματική ανθεκτικότητα. Η διάχυτη δόμηση σημαίνει περισσότερη κατανάλωση γης, περισσότερη μετακίνηση με αυτοκίνητο, περισσότερες πιέσεις σε παράκτιες και αγροτικές περιοχές, περισσότερη τρωτότητα σε πυρκαγιές και πλημμύρες. Η Ευρωπαϊκή Περιβαλλοντική Υπηρεσία επισημαίνει ότι η μετατροπή φυσικής και αγροτικής γης σε τεχνητές επιφάνειες υπονομεύει οικολογικές λειτουργίες και ανθεκτικότητα, ενώ η ΕΕ κινείται προς τον στόχο του «no net land take» έως το 2050.
Διαλύει την έννοια της πόλης και του οικισμού. Αν μπορεί κανείς να χτίζει παντού, τότε απαξιώνονται τα υφιστάμενα χωριά, τα κενά κτίρια, τα παλιά κέντρα, οι οργανωμένες επεκτάσεις, η κοινωνική κατοικία και οι κοινόχρηστοι χώροι. Η απάντησή μας δεν είναι «χτίστε όπου θέλει ο καθένας», αλλά «σχεδιάζουμε συλλογικά πού ζούμε, πώς μετακινούμαστε, πού παράγουμε, πού προστατεύουμε».
Η σωστή εναλλακτική πολιτική θα ήταν:
– Να ολοκληρωθούν άμεσα τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια, αλλά με δεσμευτική αρχή ότι νέα κατοικία, τουρισμός, εμπόριο και γραφεία χωροθετούνται μόνο εντός σχεδιασμένων περιοχών.
– Να γίνουν οργανωμένες επεκτάσεις πόλεων και οικισμών όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη, με υποδομές και κοινόχρηστους χώρους από πριν.
– Να υπάρξουν ειδικοί υποδοχείς για παραγωγικές δραστηριότητες, όχι διάσπαρτη εγκατάσταση όπου βρεθεί φθηνή γη.
– Να προστατευθεί η γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, το τοπίο, οι ακτές και οι περιοχές φυσικού κινδύνου.
Σε αυτή την διαδικασία μετάβασης απαραίτητος όρος είναι η κοινωνική δικαιοσύνη: όχι αιφνιδιαστική απαξίωση μικρών ιδιοκτησιών χωρίς μηχανισμό αντιστάθμισης. Θα μπορούσε να υπάρξει δημόσια τράπεζα γης, μεταφορά δικαιωμάτων δόμησης μόνο προς οργανωμένους υποδοχείς, ανταλλαγές γης, φορολόγηση της μεγάλης αδρανούς γαιοπροσόδου, στήριξη μικροϊδιοκτητών, κοινωνική κατοικία και προτεραιότητα στην ανακαίνιση/επανάχρηση του υπάρχοντος κτιριακού αποθέματος.
Η Ελλάδα πρέπει να περάσει από το καθεστώς της διάχυτης, πελατειακής και κερδοσκοπικής εκτός σχεδίου δόμησης σε ένα δημοκρατικό, κοινωνικό και οικολογικό σύστημα χωρικού σχεδιασμού: πρώτα σχέδιο, πρώτα υποδομές, πρώτα δημόσιο συμφέρον — και μετά δόμηση.

Κώστας Καρμπέρης
9.6.2026

Το κεντρικό πολιτικό ερώτημα της εποχής μας δεν είναι απλώς πόσο παράγει μια χώρα, αλλά τι είδους πλούτο παράγει, ποιος τον ελέγχει και ποιος ωφελείται από αυτόν.

Η Ελλάδα διαθέτει ένα τεράστιο, αλλά υποτιμημένο, απόθεμα γνώσης: επιστήμονες, μηχανικούς, ερευνητές, ανθρώπους της τεχνολογίας, της υγείας, της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης, της βιοτεχνολογίας, της ενέργειας, του πολιτισμού. Ένα μεγάλο μέρος αυτού του πλούτου, όμως, δεν καταγράφεται ουσιαστικά στην ελληνική οικονομία. Παράγεται από ελληνικά μυαλά, αλλά κεφαλαιοποιείται αλλού: στις ΗΠΑ, στη Βόρεια Ευρώπη, σε πολυεθνικές πλατφόρμες, σε venture capital funds, σε ξένα ερευνητικά οικοσυστήματα.

Η περίπτωση Ελλήνων επιστημόνων που ηγούνται εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης αποτιμημένων σε δισεκατομμύρια δολάρια δεν είναι απλώς ιστορία ατομικής επιτυχίας. Είναι πολιτική απόδειξη μιας εθνικής και κοινωνικής αποτυχίας: η Ελλάδα μορφώνει ανθρώπους, αλλά δεν έχει δομές για να συγκρατεί, να οργανώνει και να κοινωνικοποιεί την αξία της γνώσης τους.

Αυτό ακριβώς αναδεικνύει η πρόταση για το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν Γνώσης — GDPK. Όχι ως τεχνικό λογιστικό τέχνασμα, αλλά ως πολιτικό εργαλείο. Ως νέος δείκτης που θα αποτυπώνει την άυλη παραγωγική δύναμη της χώρας: έρευνα, πατέντες, λογισμικό, αλγορίθμους, δεδομένα, επιστημονικές δημοσιεύσεις, τεχνολογικές εφαρμογές, δημιουργικές βιομηχανίες, ανθρώπινο κεφάλαιο, διασπορά γνώσης.

Όμως, από σοσιαλιστική σκοπιά, το κρίσιμο δεν είναι μόνο να μετρήσουμε τη γνώση. Είναι να απαντήσουμε: σε ποιον ανήκει η γνώση;

Διότι η γνώση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα που παράγεται με δημόσιο χρήμα και ιδιωτικοποιείται από λίγους. Δεν μπορεί τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα και οι νέοι επιστήμονες να λειτουργούν ως φτηνό φυτώριο για ξένες πολυεθνικές και εγχώριες ολιγαρχίες. Η γνώση είναι κοινωνικό προϊόν. Παράγεται μέσα από δημόσια εκπαίδευση, δημόσιες υποδομές, κοινωνική εργασία, συλλογική εμπειρία. Άρα πρέπει να επιστρέφει στην κοινωνία.

Η συζήτηση αυτή δεν είναι ξένη προς την ελληνική προοδευτική παράδοση. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν από τους πρώτους που μίλησαν για την ανάγκη η Ελλάδα να αξιοποιήσει τη γνώση και την υψηλή τεχνολογία. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 προωθήθηκε η ιδέα των Τεχνοπόλεων και των Επιστημονικών – Τεχνολογικών Πάρκων, με πρωτοβουλία της ΕΤΒΑ, η οποία ήδη υλοποιούσε το καινοτόμο για την Ελλάδα πρόγραμμα των Βιομηχανικών Περιοχών. Εκείνη η σύλληψη, παρότι έμεινε ανολοκλήρωτη, έδειχνε έναν δρόμο: σύνδεση δημόσιας βιομηχανικής πολιτικής, περιφερειακής ανάπτυξης, τεχνολογίας και παραγωγής.

Σήμερα χρειάζεται να επανέλθουμε σε αυτή τη στρατηγική, αλλά με όρους 21ου αιώνα.

 

Βασικές προτάσεις

1. Θεσμοθέτηση ΑΕΠ Γνώσης — GDPK

Να δημιουργηθεί επίσημος συμπληρωματικός δείκτης Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος Γνώσης, υπό δημόσιο έλεγχο, με συμμετοχή ΕΛΣΤΑΤ, πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, κοινωνικών φορέων και ανεξάρτητων επιστημόνων.

Ο δείκτης να μετρά:

  • δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης,
  • πατέντες και τεχνολογικές εφαρμογές,
  • παραγωγή λογισμικού και αλγορίθμων,
  • δημόσια και ιδιωτική καινοτομία,
  • επιστημονικές δημοσιεύσεις,
  • τεχνολογική επιχειρηματικότητα,
  • κοινωνική και συνεταιριστική καινοτομία,
  • συμβολή της ελληνικής επιστημονικής διασποράς.

Το GDPK δεν πρέπει να αντικαταστήσει το ΑΕΠ, αλλά να το συμπληρώσει, ώστε να αποκαλύπτει τον πραγματικό παραγωγικό πλούτο της χώρας.

 

2. Εθνικό Δημόσιο Ταμείο Γνώσης και Καινοτομίας

Ίδρυση δημόσιου ταμείου που θα χρηματοδοτεί έρευνα, τεχνολογία και παραγωγική καινοτομία, με κοινωνικά κριτήρια.

Προτεραιότητες:

  • δημόσια υγεία,
  • αγροδιατροφή,
  • ενέργεια,
  • αντισεισμική προστασία,
  • κλιματική ανθεκτικότητα,
  • ψηφιακές δημόσιες υποδομές,
  • τεχνητή νοημοσύνη για κοινωνικές ανάγκες,
  • περιφερειακή παραγωγική ανασυγκρότηση.

Όπου υπάρχει δημόσια χρηματοδότηση, να υπάρχει και δημόσια συμμετοχή στα οφέλη: μετοχές, δικαιώματα χρήσης, κοινωνικές ρήτρες, επιστροφή τεχνογνωσίας στο Δημόσιο.

 

3. Νέες Τεχνόπολεις και Τεχνολογικά Πάρκα στην περιφέρεια

Αναβίωση και εκσυγχρονισμός της ιδέας των Τεχνοπόλεων και των Επιστημονικών – Τεχνολογικών Πάρκων.

Όχι μόνο στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αλλά σε κάθε περιφέρεια:

  • Τεχνολογικό Πάρκο Αγροδιατροφής στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία,
  • Πάρκο Πράσινης Ενέργειας στη Δυτική Μακεδονία,
  • Πάρκο Θαλάσσιας Οικονομίας στο Αιγαίο,
  • Πάρκο Πολιτιστικής και Δημιουργικής Τεχνολογίας στην Ήπειρο και την Πελοπόννησο,
  • Πάρκο Τεχνητής Νοημοσύνης και Δημόσιων Ψηφιακών Υποδομών στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη,
  • Ερευνητικοί κόμβοι για κλιματική ανθεκτικότητα σε νησιά και ορεινές περιοχές.

Στόχος: η γνώση να γίνει εργαλείο αποκέντρωσης, όχι νέας συγκέντρωσης πλούτου στην Αθήνα.

 

4. Πρόγραμμα «Νόστος Γνώσης»

Δημιουργία μεγάλου δημόσιου προγράμματος επιστροφής Ελλήνων ερευνητών και επιστημόνων της διασποράς.

Προτεινόμενα μέτρα:

  • πενταετείς ερευνητικές θέσεις με αξιοπρεπείς αμοιβές,
  • δημόσια εργαστήρια υψηλής τεχνολογίας,
  • στέγαση για νέους ερευνητές,
  • φορολογικά κίνητρα για επιστροφή,
  • διασύνδεση με πανεπιστήμια, δήμους, συνεταιρισμούς και δημόσιες επιχειρήσεις,
  • ειδικές προσκλήσεις για Έλληνες επιστήμονες σε AI, βιοτεχνολογία, ενέργεια, υγεία, μηχανική, περιβάλλον.

Όχι brain gain για λίγους. Κοινωνική επιστροφή της γνώσης για όλους.

 

5. Δημόσια ψηφιακή και τεχνολογική κυριαρχία

Η Ελλάδα δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από ξένες πλατφόρμες, ξένα clouds, ξένα λογισμικά και ξένα data centers.

Χρειάζεται:

  • δημόσιο cloud,
  • εθνική υπολογιστική υποδομή υψηλής ισχύος,
  • δημόσια πολιτική για τα δεδομένα,
  • ανοιχτό λογισμικό στη δημόσια διοίκηση,
  • κοινωνικός έλεγχος στους αλγορίθμους που χρησιμοποιεί το κράτος,
  • προστασία προσωπικών δεδομένων,
  • απαγόρευση μετατροπής της τεχνητής νοημοσύνης σε μηχανισμό επιτήρησης.

Η τεχνολογία πρέπει να υπηρετεί τη Δημοκρατία, όχι το κράτος παρακολούθησης και την αγορά ελέγχου.

 

6. Σύνδεση πανεπιστημίων, παραγωγής και κοινωνίας

Τα πανεπιστήμια δεν πρέπει να γίνουν παραρτήματα εταιρειών. Πρέπει όμως να βγουν από την απομόνωση.

Προτείνεται:

  • δημόσια χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα με κοινωνικό αντίκτυπο,
  • συνεργασία πανεπιστημίων με δήμους, περιφέρειες, νοσοκομεία, συνεταιρισμούς και μικρομεσαίες επιχειρήσεις,
  • γραφεία μεταφοράς τεχνογνωσίας με δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο,
  • προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας,
  • αποτροπή ιδιωτικοποίησης των αποτελεσμάτων δημόσιας έρευνας.

 

7. Κίνητρα για κοινωνική και συνεταιριστική καινοτομία

Η καινοτομία δεν είναι μόνο startups και funds. Είναι και συνεταιρισμοί, κοινωνικές επιχειρήσεις, δημοτικές επιχειρήσεις, ενεργειακές κοινότητες, αγροτικοί μεταποιητικοί σχηματισμοί.

Προτείνονται:

  • ειδικά χρηματοδοτικά εργαλεία για τεχνολογικούς συνεταιρισμούς,
  • δημόσιες προμήθειες υπέρ κοινωνικά χρήσιμης καινοτομίας,
  • φορολογικά κίνητρα για επιχειρήσεις που επανεπενδύουν σε έρευνα και εργαζομένους,
  • ρήτρες αξιοπρεπούς εργασίας σε κάθε επιδοτούμενο πρόγραμμα.

 

8. Ομόλογα Γνώσης

Έκδοση ειδικών Ομολόγων Γνώσης, με αποκλειστικό σκοπό τη χρηματοδότηση:

  • ερευνητικών υποδομών,
  • τεχνολογικών πάρκων,
  • επιστροφής επιστημόνων,
  • δημόσιας υπολογιστικής ισχύος,
  • προγραμμάτων AI για υγεία, παιδεία, κλιματική προστασία και δημόσια διοίκηση.

Να μην είναι εργαλεία κερδοσκοπίας, αλλά κοινωνικής επένδυσης με διαφάνεια και δημόσια λογοδοσία.

 

Πολιτικό συμπέρασμα

Η Ελλάδα δεν είναι φτωχή επειδή δεν έχει δυνατότητες. Είναι φτωχοποιημένη επειδή το παραγωγικό της μοντέλο παραμένει εξαρτημένο, μεταπρατικό, πελατειακό και ολιγαρχικό.

Η γνώση των Ελλήνων δεν πρέπει να συνεχίσει να μετατρέπεται σε πλούτο άλλων χωρών, άλλων εταιρειών και άλλων συμφερόντων. Πρέπει να γίνει βάση μιας νέας σοσιαλιστικής παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να δημιουργήσουμε περισσότερες startups. Είναι να δημιουργήσουμε μια χώρα όπου:

  • η δημόσια παιδεία παράγει γνώση,
  • η δημόσια έρευνα στηρίζει την κοινωνία,
  • η τεχνολογία υπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες,
  • η περιφέρεια αποκτά παραγωγική ζωή,
  • οι νέοι επιστήμονες δεν ξενιτεύονται,
  • η καινοτομία δεν ιδιωτικοποιείται από λίγους,
  • η αξία της γνώσης επιστρέφει στον λαό.

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο γνώσης.

Όχι γνώση για τα κέρδη των λίγων.

Όχι τεχνολογία για επιτήρηση και ανισότητες.

Όχι έρευνα για εξαγωγή εγκεφάλων.

Αλλά γνώση ως δημόσιο αγαθό, τεχνολογία ως εργαλείο λαϊκής κυριαρχίας και καινοτομία ως μοχλό σοσιαλιστικής, δημοκρατικής και περιφερειακά ισόρροπης ανάπτυξης.

3.6.2026

Κώστας Καρμπέρης