Μητσοτάκης και Μενδώνη θα λογοδοτήσουν για την εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς

Με τον ν. 5324/2026, που ψηφίστηκε αποκλειστικά από τη Νέα Δημοκρατία και καταψηφίστηκε από το σύνολο της αντιπολίτευσης, η κυβέρνηση Μητσοτάκη διέπραξε μία ακόμη βαρύτατη θεσμική εκτροπή: συνέστησε τον «Οργανισμό Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.», ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και διάρκεια λειτουργίας πενήντα ετών.

Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν μεταβιβάζεται η κυριότητα των μνημείων. Προσπαθεί έτσι να κρύψει την ουσία πίσω από ένα νομικίστικο τέχνασμα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος κρατά τον τυπικό τίτλο ιδιοκτησίας. Το ζήτημα είναι ποιος διαχειρίζεται, ποιος εκμεταλλεύεται, ποιος τιμολογεί, ποιος μισθώνει, ποιος παραχωρεί, ποιος αναθέτει και ποιος αποφασίζει τι θα αποφέρει κέρδος.

Ο νέος νόμος δίνει στην Ανώνυμη Εταιρεία την ευθύνη για το ηλεκτρονικό εισιτήριο, τα συστήματα πρόσβασης στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία, τα φυσικά και διαδικτυακά πωλητήρια, τα αναψυκτήρια, την εμπορική πολιτική, την παραγωγή και πώληση αντιγράφων, την αξιοποίηση ακινήτων, τη συνεργασία με εμπορικά δίκτυα και εξωτερικούς αναδόχους, ακόμη και τη δημιουργία «εμπειριών γαστρονομίας» μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους, ιστορικούς τόπους, μνημεία και μουσεία. Της επιτρέπει επίσης να εκμισθώνει και να παραχωρεί, με κάθε συμβατική μορφή, τη χρήση ακίνητης περιουσίας που διαχειρίζεται για λογαριασμό του ΟΔΑΠ ή του Υπουργείου Πολιτισμού.

Αυτό δεν είναι «εκσυγχρονισμός».

Δεν είναι «ανάδειξη».

Δεν είναι «εξωστρέφεια».

Είναι η εταιρικοποίηση της εθνικής μνήμης. Είναι η υπαγωγή του πολιτισμού στη λογική της αγοράς. Είναι η μετατροπή των μνημείων, των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων από δημόσια κοινωνικά αγαθά σε πεδία εμπορικής εκμετάλλευσης.

Η Λίνα Μενδώνη δεν είναι μια ουδέτερη τεχνοκράτης που εφαρμόζει κάποια αναπόφευκτη διοικητική μεταρρύθμιση. Είναι η πολιτικά υπεύθυνη υπουργός που συνέλαβε, εισηγήθηκε και υπερασπίστηκε αυτή τη βαθιά αντιδραστική επιλογή. Είναι η υπουργός που αντιμετωπίζει την πολιτιστική κληρονομιά ως «αναπτυξιακό πόρο», τις αρχαιότητες ως εμπορικό πλεονέκτημα και τον επισκέπτη ως πελάτη μιας επώνυμης εταιρικής «εμπειρίας».

Και ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από την υπουργό του. Η νομοθέτηση αυτή φέρει ακέραιη τη δική του υπογραφή και εκφράζει τον πυρήνα της πολιτικής του: ό,τι είναι δημόσιο να μετατρέπεται σε αγορά, ό,τι είναι κοινωνικό αγαθό να αποκτά τιμοκατάλογο και ό,τι ανήκει στον λαό να παραδίδεται σε διοικήσεις Α.Ε., μάνατζερ, εργολάβους και εμπορικά δίκτυα.

Το άρθρο 24 του Συντάγματος δεν αναθέτει την προστασία των μνημείων στην αγορά. Ορίζει ότι τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Πρόκειται για ενεργή, αδιαπραγμάτευτη και διαρκή κρατική υποχρέωση — όχι για επιχειρηματική δραστηριότητα, ούτε για πεδίο εφαρμογής ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων.

Η πολιτιστική κληρονομιά δεν δημιουργήθηκε από τη Νέα Δημοκρατία. Δεν ανήκει στη Μενδώνη. Δεν αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της κυβέρνησης Μητσοτάκη για να το εντάσσει σε πεντηκονταετείς εταιρικούς σχεδιασμούς. Ανήκει στον ελληνικό λαό, στις προηγούμενες και στις επόμενες γενιές. Αποτελεί θεμέλιο της ιστορικής μας συνέχειας, της συλλογικής μνήμης και της εθνικής μας αυτογνωσίας.

Η επιλογή να αντιμετωπιστεί αυτός ο ανεκτίμητος πλούτος ως εμπόρευμα αποτελεί, κατά την πολιτική και ιστορική μας κρίση, πράξη εθνικής απιστίας απέναντι στην ευθύνη διαφύλαξης της κληρονομιάς του τόπου.

Η κυβέρνηση πρέπει να γνωρίζει ότι ο νόμος αυτός δεν θα νομιμοποιηθεί στη συνείδηση της κοινωνίας. Θα αγωνιστούμε για την κατάργησή του, για την επιστροφή όλων των αρμοδιοτήτων σε ισχυρές και επαρκώς στελεχωμένες δημόσιες υπηρεσίες και για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς από κάθε μορφή εμπορευματοποίησης, εργολαβοποίησης και εταιρικής εκμετάλλευσης.

Και ας μην αυταπατώνται ο Κυριάκος Μητσοτάκης, η Λίνα Μενδώνη και όσοι ψήφισαν αυτή τη νομοθετική εκτροπή ότι οι ευθύνες τους θα χαθούν μέσα στην πολιτική λήθη.

Θα λογοδοτήσουν πολιτικά και κοινοβουλευτικά. Κάθε πράξη, κάθε σύμβαση, κάθε παραχώρηση και κάθε οικονομική συναλλαγή της νέας εταιρείας θα ελεγχθεί εξονυχιστικά. Και όπου από τον θεσμικό και δικαστικό έλεγχο προκύψουν ευθύνες, αυτές θα αποδοθούν χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς συμψηφισμούς.

Ο Πολιτισμός δεν είναι εμπόρευμα.

Τα μνημεία δεν είναι επιχειρηματικές ευκαιρίες.

Η ιστορική μνήμη δεν είναι εταιρικό χαρτοφυλάκιο.

Η πολιτιστική κληρονομιά ανήκει στον λαό — και ο λαός θα την υπερασπιστεί.

Οι πρόσφατες (16.7.2026) παρεμβάσεις του εκλογικού αναλυτή Ανδρέα Δρυμιώτη παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι επειδή πρέπει κανείς να συμφωνεί μαζί τους, αλλά επειδή αναδεικνύουν ένα κρίσιμο πολιτικό αδιέξοδο.

Ο Δρυμιώτης υποστηρίζει ότι, παρά τη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, τη μείωση της αγοραστικής δύναμης και τα σοβαρά προβλήματα διακυβέρνησης, η Νέα Δημοκρατία ενδέχεται να εμφανιστεί ισχυρότερη από ό,τι καταγράφουν σήμερα οι δημοσκοπήσεις. Κατά την άποψή του, αυτό συμβαίνει επειδή σημαντικό τμήμα των πολιτών δεν βλέπει μια πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης και, μπροστά στην αβεβαιότητα, επιλέγει τη λύση που ήδη γνωρίζει.

Αν αυτή η εκτίμηση είναι έστω και εν μέρει σωστή, τότε το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η κυβερνητική φθορά. Είναι κυρίως η αδυναμία των δημοκρατικών, προοδευτικών και αριστερών δυνάμεων να παρουσιάσουν μια κοινή, αξιόπιστη και κυβερνητικά πειστική πρόταση για την επόμενη ημέρα.

Η δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από τα ποσοστά των κομμάτων, τις προσωπικές στρατηγικές και τις φιλοδοξίες των αρχηγών. Αντίθετα, ελάχιστα συζητείται το κρίσιμο ερώτημα:

Εάν καμία πολιτική δύναμη δεν εξασφαλίσει αυτοδυναμία, υπάρχει σχέδιο για τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης συνεργασίας που θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες της χώρας και της κοινωνίας;

Εάν η ανάλυση του Δρυμιώτη είναι σωστή, τότε η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς περισσότερη αντιπολίτευση ή περισσότερη καταγγελία.

Η απάντηση πρέπει να είναι μια αξιόπιστη κυβερνητική εναλλακτική, με σαφές πολιτικό, κοινωνικό και θεσμικό περιεχόμενο.

Μια εναλλακτική που δεν θα περιορίζεται στην εναλλαγή προσώπων, αλλά θα δεσμεύεται σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα δημοκρατικής, κοινωνικής και παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.

Ένα πρόγραμμα που θα έχει ως βασικούς άξονες:

  • την αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης, με ουσιαστική ενίσχυση των εισοδημάτων, αντιμετώπιση της ακρίβειας και της αισχροκέρδειας, προστασία της εργασίας και ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους,
  • την παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, με έμφαση στην πραγματική παραγωγή, την καινοτομία, την περιφερειακή ανάπτυξη και τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας,
  • την αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών, με πλήρη διαφάνεια, λογοδοσία, αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου και ισχυρές εγγυήσεις για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και όλων των ανεξάρτητων αρχών από κάθε μορφή πολιτικής επιρροής,
  • την ενίσχυση της εθνικής αξιοπρέπειας και της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας, μέσα από μια πολυδιάστατη, υπεύθυνη και ειρηνική εξωτερική πολιτική, που θα υπερασπίζεται με αυτοπεποίθηση τα εθνικά συμφέροντα, θα ενισχύει τον ρόλο της Ελλάδας ως δύναμης σταθερότητας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο και θα αξιοποιεί τις παραδοσιακές σχέσεις της χώρας με την Ευρώπη, τα Βαλκάνια και τον αραβικό κόσμο.

Η ιστορία έχει δείξει ότι οι εκλογές δεν κερδίζονται μόνο από τη φθορά της εκάστοτε κυβέρνησης. Κερδίζονται όταν οι πολίτες πεισθούν ότι υπάρχει μια καλύτερη, σοβαρότερη και κυβερνητικά αξιόπιστη πρόταση, ικανή όχι μόνο να αλλάξει την κυβέρνηση, αλλά και να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κυβερνάται η χώρα.

Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν είναι μόνο η πολιτική αλλαγή. Είναι η συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής και δημοκρατικής πλειοψηφίας, που θα μπορέσει να ενώσει ευρύτερες προοδευτικές δυνάμεις γύρω από ένα κοινό πρόγραμμα ανασυγκρότησης, κοινωνικής συνοχής και εθνικής αυτοπεποίθησης.

Με αφορμή την δημοσίευση του Ν. 5306/2026 «Κύρωση Κώδικα Χωροταξίας – Πολεοδομίας» έχω τις ακόλουθες παρατηρήσεις – προτάσεις αναφορικά με την «Εκτός σχεδίου δόμηση».

Η δόμηση δεν πρέπει να είναι ατομικό δικαίωμα πάνω σε κάθε αγροτεμάχιο, αλλά κοινωνικά σχεδιασμένη λειτουργία του χώρου.

Δεν πρέπει να υπάρχει γενικευμένη «εκτός σχεδίου δόμηση» για κατοικία, τουρισμό, εμπόριο, γραφεία, logistics κ.λπ. Η δόμηση πρέπει να επιτρέπεται κυρίως εντός σχεδίου πόλης, εντός οριοθετημένων οικισμών ή σε οργανωμένα, εγκεκριμένα σχέδια επέκτασης και υποδοχής δραστηριοτήτων.
Εκτός σχεδίου να επιτρέπονται μόνο απολύτως αναγκαίες χρήσεις που από τη φύση τους ανήκουν στην ύπαιθρο: γεωργία, κτηνοτροφία, δασική παραγωγή, αναγκαίες υποδομές, έργα κοινής ωφέλειας, περιβαλλοντικά έργα.
Το ίδιο το άρθρο 249 λέει ότι σκοπός του κεφαλαίου είναι ο «περιορισμός της δόμησης» σε περιοχές όπου δεν υπάρχει πολεοδομικός σχεδιασμός πρώτου επιπέδου. Όμως αμέσως μετά, το άρθρο 250 κωδικοποιεί ειδικό καθεστώς για γήπεδα εκτός σχεδίων πόλεως, εκτός ορίων οικισμών και εκτός περιοχών με καθορισμένες χρήσεις/όρους δόμησης. Δηλαδή το νομοθέτημα λέει ότι θέλει να περιορίσει την εκτός σχεδίου δόμηση, αλλά την ίδια στιγμή τη διατηρεί ως κανονική θεσμική κατηγορία!
Αυτό είναι το βασικό πολιτικό πρόβλημα: η εξαίρεση γίνεται σύστημα.
Δεν λέει «πρώτα σχέδιο, μετά δόμηση».
Λέει «όπου δεν υπάρχει σχέδιο, θα σου δώσω ένα παράλληλο καθεστώς δόμησης».
Και μάλιστα το κεφάλαιο περιλαμβάνει όχι μόνο αγροτικές εγκαταστάσεις, αλλά κατοικία, γραφεία, καταστήματα, τουριστικές εγκαταστάσεις, αθλητικές εγκαταστάσεις, logistics και data centers.
Στην Ευρώπη η εικόνα είναι διαφορετική. Δεν είναι ότι δεν υπάρχει καθόλου έννοια «εκτός σχεδίου» με τεχνική έννοια• υπάρχουν παντού περιοχές εκτός πολεοδομικού σχεδίου ή εκτός ορίων οικισμού. Η διαφορά είναι ότι στις περισσότερες ώριμες ευρωπαϊκές πολεοδομικές παραδόσεις αυτές οι περιοχές δεν θεωρούνται γενικώς οικοδομήσιμες.
Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η «εξωτερική περιοχή» θεωρείται κατ’ αρχήν περιοχή που πρέπει να μείνει ελεύθερη από δόμηση• επιτρέπονται κυρίως προνομιακές/αναγκαίες χρήσεις όπως αγροτικές, δασικές και ορισμένες υποδομές, ενώ τα λοιπά έργα είναι κατ’ αρχήν μη επιτρεπτά ή εγκρίνονται μόνο κατ’ εξαίρεση.
Στη Γαλλία, στις αγροτικές, φυσικές ή δασικές ζώνες τα πολεοδομικά σχέδια μπορούν να επιτρέπουν κυρίως εγκαταστάσεις αναγκαίες για συλλογικό εξοπλισμό ή αγροτική/δασική δραστηριότητα, ενώ οι ειδικοί τομείς όπου επιτρέπεται δόμηση έχουν «εξαιρετικό» χαρακτήρα.
Στην Αγγλία, το σύστημα είναι ρητά plan-led: αν μια αίτηση συγκρούεται με επικαιροποιημένο σχέδιο, κανονικά δεν εγκρίνεται, ενώ η πολιτική αποθαρρύνει τις απομονωμένες κατοικίες στην ύπαιθρο εκτός στενών εξαιρέσεων.
Η ύπαιθρος δεν είναι απόθεμα οικοπέδων. Είναι παραγωγικός, οικολογικός, τοπιακός και κοινωνικός χώρος. Η κατοικία, οι υπηρεσίες, ο τουρισμός και οι επιχειρηματικές χρήσεις πρέπει να χωροθετούνται μέσα από σχέδιο, με δρόμους, ύδρευση, αποχέτευση, δημόσιους χώρους, σχολεία, συγκοινωνίες, αντιπλημμυρική προστασία και περιβαλλοντικό έλεγχο.
Συνεπώς, το εν λόγω νομοθέτημα αποδομείται στον πυρήνα του.
Το νομοθέτημα εμφανίζεται ως κώδικας τάξης, αλλά συντηρεί την αταξία.
Αντί να κλείσει οριστικά τον ιστορικό κύκλο της εκτός σχεδίου δόμησης, την κωδικοποιεί.
Αντί να πει «κανένα νέο δικαίωμα δόμησης χωρίς σχέδιο», διατηρεί πολλαπλές κατηγορίες δόμησης στην ύπαιθρο.
Μετατρέπει τη γη από κοινωνικό αγαθό σε εμπόρευμα προσδοκίας. Ένα αγροτεμάχιο δεν αποτιμάται πλέον μόνο ως παραγωγική γη, αλλά ως μελλοντικό οικόπεδο. Αυτό ανεβάζει τις τιμές γης, πιέζει τη γεωργική χρήση, ευνοεί την κερδοσκοπία και κάνει δυσκολότερη την πρόσβαση των νέων αγροτών στη γη.
Επιδοτεί έμμεσα την ιδιωτική διάχυση με δημόσιο κόστος. Όταν σπίτια, τουριστικές μονάδες και επιχειρήσεις απλώνονται διάσπαρτα στην ύπαιθρο, το κόστος για δρόμους, ρεύμα, νερό, αποχέτευση, απορρίμματα, πυροπροστασία και διασώσεις αφενός είναι αυξημένο, αφετέρου μεταφέρεται τελικά στην κοινωνία. Ο ιδιώτης κερδίζει την υπεραξία• το Δημόσιο και οι Δήμοι πληρώνουν τις υποδομές.
Υπονομεύει την κλιματική ανθεκτικότητα. Η διάχυτη δόμηση σημαίνει περισσότερη κατανάλωση γης, περισσότερη μετακίνηση με αυτοκίνητο, περισσότερες πιέσεις σε παράκτιες και αγροτικές περιοχές, περισσότερη τρωτότητα σε πυρκαγιές και πλημμύρες. Η Ευρωπαϊκή Περιβαλλοντική Υπηρεσία επισημαίνει ότι η μετατροπή φυσικής και αγροτικής γης σε τεχνητές επιφάνειες υπονομεύει οικολογικές λειτουργίες και ανθεκτικότητα, ενώ η ΕΕ κινείται προς τον στόχο του «no net land take» έως το 2050.
Διαλύει την έννοια της πόλης και του οικισμού. Αν μπορεί κανείς να χτίζει παντού, τότε απαξιώνονται τα υφιστάμενα χωριά, τα κενά κτίρια, τα παλιά κέντρα, οι οργανωμένες επεκτάσεις, η κοινωνική κατοικία και οι κοινόχρηστοι χώροι. Η απάντησή μας δεν είναι «χτίστε όπου θέλει ο καθένας», αλλά «σχεδιάζουμε συλλογικά πού ζούμε, πώς μετακινούμαστε, πού παράγουμε, πού προστατεύουμε».
Η σωστή εναλλακτική πολιτική θα ήταν:
– Να ολοκληρωθούν άμεσα τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια, αλλά με δεσμευτική αρχή ότι νέα κατοικία, τουρισμός, εμπόριο και γραφεία χωροθετούνται μόνο εντός σχεδιασμένων περιοχών.
– Να γίνουν οργανωμένες επεκτάσεις πόλεων και οικισμών όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη, με υποδομές και κοινόχρηστους χώρους από πριν.
– Να υπάρξουν ειδικοί υποδοχείς για παραγωγικές δραστηριότητες, όχι διάσπαρτη εγκατάσταση όπου βρεθεί φθηνή γη.
– Να προστατευθεί η γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, το τοπίο, οι ακτές και οι περιοχές φυσικού κινδύνου.
Σε αυτή την διαδικασία μετάβασης απαραίτητος όρος είναι η κοινωνική δικαιοσύνη: όχι αιφνιδιαστική απαξίωση μικρών ιδιοκτησιών χωρίς μηχανισμό αντιστάθμισης. Θα μπορούσε να υπάρξει δημόσια τράπεζα γης, μεταφορά δικαιωμάτων δόμησης μόνο προς οργανωμένους υποδοχείς, ανταλλαγές γης, φορολόγηση της μεγάλης αδρανούς γαιοπροσόδου, στήριξη μικροϊδιοκτητών, κοινωνική κατοικία και προτεραιότητα στην ανακαίνιση/επανάχρηση του υπάρχοντος κτιριακού αποθέματος.
Η Ελλάδα πρέπει να περάσει από το καθεστώς της διάχυτης, πελατειακής και κερδοσκοπικής εκτός σχεδίου δόμησης σε ένα δημοκρατικό, κοινωνικό και οικολογικό σύστημα χωρικού σχεδιασμού: πρώτα σχέδιο, πρώτα υποδομές, πρώτα δημόσιο συμφέρον — και μετά δόμηση.

Κώστας Καρμπέρης
9.6.2026