Για μια επαναστατική πολιτική που διεκδικεί την εξουσία αντί να αρκείται στη διαμαρτυρία
Το ζήτημα της «κριτικής εκλογικής στήριξης» στο ΚΚΕ επανέρχεται με αξιοσημείωτη επιμονή στους κόλπους της ριζοσπαστικής και επαναστατικής Αριστεράς. Πολιτικές οργανώσεις, συλλογικότητες και ανένταχτοι αγωνιστές, παρότι διατυπώνουν σοβαρές ενστάσεις απέναντι στη στρατηγική και την πολιτική πρακτική της ηγεσίας του ΚΚΕ, καταλήγουν να υποστηρίζουν εκλογικά το κόμμα, επικαλούμενοι την ιστορική του διαδρομή, την ταξική του αναφορά, την οργανωτική του συγκρότηση και την ισχυρή παρουσία του στο εργατικό κίνημα.
Η επιλογή αυτή δεν είναι στερημένη πολιτικής λογικής. Το ΚΚΕ παραμένει η ισχυρότερη οργανωμένη δύναμη της ελληνικής κομμουνιστικής Αριστεράς. Διαθέτει ιστορική συνέχεια, ιδεολογική συνοχή, οργανωτική πειθαρχία και ουσιαστικές αναφορές σε κοινωνικούς χώρους στους οποίους άλλες αριστερές δυνάμεις δυσκολεύονται ακόμη και να αποκτήσουν πρόσβαση.
Ωστόσο, η αναγνώριση αυτών των χαρακτηριστικών δεν μπορεί να μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτική υποχρέωση εκλογικής στήριξης.
Το αποφασιστικό ερώτημα δεν είναι ποιος διαθέτει σήμερα τον ισχυρότερο κομμουνιστικό οργανωτικό μηχανισμό. Είναι ποια πολιτική στρατηγική μπορεί να μετατρέψει τη συσσωρευμένη κοινωνική δύναμη της εργατικής τάξης σε δύναμη πολιτικής ηγεμονίας, ανατροπής και διεκδίκησης της εξουσίας.
Και σε αυτό ακριβώς το ερώτημα η διαρκής επίκληση της «κριτικής εκλογικής στήριξης» αδυνατεί να δώσει πειστική απάντηση.
Η αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική παρουσία και την πολιτική δυναμική
Το ΚΚΕ αποτελεί μια ιδιότυπη περίπτωση στην ευρωπαϊκή πολιτική πραγματικότητα. Σε μια περίοδο κατά την οποία τα περισσότερα παραδοσιακά κομμουνιστικά κόμματα έχουν είτε περιθωριοποιηθεί είτε ενσωματωθεί σε ευρύτερους σχηματισμούς της κοινοβουλευτικής Αριστεράς, έχει κατορθώσει να διατηρήσει ένα συμπαγές οργανωτικό και ιδεολογικό υπόβαθρο.
Η παρουσία του στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα, στο ΠΑΜΕ, σε εργατικά κέντρα και σωματεία, στους φοιτητικούς συλλόγους, στις αγροτικές κινητοποιήσεις και σε συλλογικές κοινωνικές διεκδικήσεις τού παρέχει δυνατότητες παρέμβασης που υπερβαίνουν σημαντικά το εκλογικό του μέγεθος.
Η ιστορική του αντοχή και η οργανωτική του συγκρότηση συνιστούν πραγματικά πολιτικά πλεονεκτήματα.
Κι όμως, αυτή η κοινωνική παρουσία δεν μετασχηματίζεται σε ανάλογη πολιτική ηγεμονία.
Στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2023 το ΚΚΕ συγκέντρωσε 7,69%, ενώ στις ευρωεκλογές του 2024 έφθασε το 9,25%. Η ποσοστιαία ενίσχυση είναι υπαρκτή, δεν σηματοδοτεί όμως μια ποιοτική αλλαγή της θέσης του στο πολιτικό σύστημα. Μάλιστα, η αύξηση του ποσοστού στις ευρωεκλογές συνοδεύτηκε από μείωση του απόλυτου αριθμού ψήφων σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές.
Το παράδοξο δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι το ΚΚΕ δεν κατακτά αυτομάτως την εκλογική πλειοψηφία. Οι πολιτικοί συσχετισμοί δεν αποτελούν μηχανική αντανάκλαση της οργανωτικής δύναμης ενός κόμματος.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι γιατί μια πολιτική δύναμη με τόσο ισχυρή κοινωνική γείωση, με συγκροτημένες ταξικές θέσεις και με αναμφισβήτητη ικανότητα κινητοποίησης δεν αναπτύσσει μια αντίστοιχη δυναμική διεκδίκησης της πολιτικής εξουσίας.
Η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην επίκληση των δυσμενών αντικειμενικών συσχετισμών.
Αποστολή ενός επαναστατικού κόμματος δεν είναι να περιγράφει τους συσχετισμούς, αλλά να οργανώνει τις κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις για την ανατροπή τους.
Η επαναστατική στρατηγική ως διαρκής αναβολή
Η ηγεσία του ΚΚΕ απορρίπτει κατηγορηματικά τη συμμετοχή σε κυβερνήσεις που λειτουργούν στο πλαίσιο της καπιταλιστικής διαχείρισης. Η θέση αυτή διαθέτει σοβαρή ιστορική και θεωρητική θεμελίωση.
Η εμπειρία κυβερνήσεων της Αριστεράς που αναδείχθηκαν με υποσχέσεις ριζοσπαστικού μετασχηματισμού και τελικά προσαρμόστηκαν στις απαιτήσεις του κυρίαρχου οικονομικού συστήματος προσφέρει ισχυρά επιχειρήματα υπέρ αυτής της επιφύλαξης.
Όμως εδώ ακριβώς εμφανίζεται μια κρίσιμη θεωρητική και πολιτική σύγχυση.
Άλλο είναι η άρνηση διαχείρισης του καπιταλισμού και άλλο η άρνηση συγκρότησης μιας άμεσης, αξιόπιστης πολιτικής πρότασης για την κατάκτηση της κυβερνητικής ευθύνης ως πεδίου ταξικής σύγκρουσης.
Η επαναστατική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στην προπαγάνδιση του τελικού ιστορικού σκοπού. Οφείλει να συγκροτεί μια συγκεκριμένη αλληλουχία πολιτικών στόχων, κοινωνικών συμμαχιών και μεταβατικών διεκδικήσεων, ικανή να συνδέσει τις σημερινές ανάγκες της εργατικής τάξης με την προοπτική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.
Η εργατική τάξη δεν αποκτά επαναστατική συνείδηση μόνο μέσα από την αποδοχή ενός ολοκληρωμένου θεωρητικού προγράμματος. Τη διαμορφώνει μέσα από την εμπειρία των αγώνων της, τη σύγκρουση με τα όρια του υπάρχοντος συστήματος και, κυρίως, μέσα από τη συνειδητοποίηση ότι μπορεί η ίδια να διεκδικήσει τη διεύθυνση της κοινωνίας.
Όταν όμως η πολιτική διεκδίκηση της εξουσίας μετατίθεται αποκλειστικά σε μια μελλοντική επαναστατική κατάσταση, χωρίς μια συγκεκριμένη πολιτική διαδρομή που να οδηγεί από το σημερινό επίπεδο συνείδησης και οργάνωσης σε αυτή την προοπτική, δημιουργείται ένα βαθύ στρατηγικό κενό.
Το κόμμα οργανώνει αντιστάσεις, καταγγέλλει την αστική πολιτική, αποκαλύπτει τις αντιφάσεις του συστήματος και διεκδικεί την ενίσχυσή του ως δύναμης λαϊκής αντιπολίτευσης.
Δεν συγκροτεί, ωστόσο, μια πειστική γέφυρα ανάμεσα στη σημερινή κοινωνική δυσαρέσκεια και στην προοπτική μιας διαφορετικής πολιτικής εξουσίας.
Έτσι, η επαναστατική στρατηγική κινδυνεύει να μετατραπεί, παρά τις αντίθετες διακηρύξεις, σε πολιτική διαρκούς αναμονής της επανάστασης.
Η πολιτική αυτάρκεια του 10%
Εδώ αναδεικνύεται μια ακόμη βαθύτερη αντίφαση.
Η ηγεσία του ΚΚΕ προβάλλει συστηματικά την εκλογική ενίσχυση του κόμματος ως προϋπόθεση ισχυρότερης λαϊκής αντιπολίτευσης. Κάθε ποσοστιαία άνοδος παρουσιάζεται ως θετική εξέλιξη, ακόμη και όταν δεν μεταβάλλει ουσιαστικά τη δυνατότητα του κόμματος να διεκδικήσει την πολιτική ηγεμονία.
Ένα ποσοστό της τάξης του 8% ή του 10% αποτελεί αναμφίβολα σημαντικό εκλογικό και οργανωτικό επίτευγμα.
Δεν μπορεί, όμως, να μετατρέπεται σε επαρκή πολιτικό ορίζοντα για ένα κόμμα που αυτοπροσδιορίζεται ως επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης.
Το πρόβλημα δεν είναι αριθμητικό. Είναι βαθύτατα στρατηγικό.
Μια πολιτική δύναμη μπορεί να διατηρεί και να αναπαράγει τη δύναμή της, να διαθέτει ισχυρό κομματικό μηχανισμό, να παρεμβαίνει αποτελεσματικά σε επιμέρους κοινωνικούς αγώνες και να κατοχυρώνει μια σταθερή κοινοβουλευτική παρουσία, χωρίς να προσεγγίζει ουσιαστικά τον ιστορικό της στόχο.
Αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο μιας ιδιότυπης πολιτικής αυτάρκειας.
Η οργανωτική αναπαραγωγή, η διατήρηση ενός συμπαγούς εκλογικού ακροατηρίου και η κατοχύρωση ενός διακριτού ιδεολογικού χώρου μπορούν να διαμορφώσουν, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των στελεχών, μια θεσμοποιημένη λογική αυτοσυντήρησης.
Δεν είναι αναγκαίο να αποδώσει κανείς στην ηγεσία του ΚΚΕ συνειδητή πρόθεση εκλογικής στασιμότητας. Μια τέτοια κατηγορία θα απαιτούσε συγκεκριμένη απόδειξη.
Το ζήτημα είναι ουσιαστικότερο: μια πολιτική στρατηγική μπορεί να παράγει συστηματικά αποτελέσματα αυτοπεριορισμού, ακόμη και όταν οι φορείς της διακηρύσσουν ότι επιδιώκουν το αντίθετο.
Η διατήρηση ενός ποσοστού γύρω στο 10% μπορεί έτσι να καταστεί λειτουργικά συμβατή με τη διαιώνιση του υπάρχοντος πολιτικού ρόλου του κόμματος.
Το ΚΚΕ παραμένει μια ισχυρή, συνεπής και αναγνωρίσιμη αντιπολιτευτική δύναμη, χωρίς να υποχρεώνεται να δοκιμάσει την πολιτική του πρόταση στο επίπεδο της άμεσης διεκδίκησης της διακυβέρνησης.
Το αποτέλεσμα είναι μια αντίφαση ανάμεσα στη ρητορική της επαναστατικής ανατροπής και στην πρακτική αναπαραγωγή μιας πολιτικής θέσης που δεν αμφισβητεί άμεσα την κυριαρχία των αστικών κομμάτων.
Η εργατική κυβέρνηση ως πεδίο ταξικής σύγκρουσης
Η άποψη ότι κάθε κυβερνητική διεκδίκηση στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού συστήματος ισοδυναμεί αναπόφευκτα με ενσωμάτωση στην αστική διαχείριση είναι θεωρητικά ανεπαρκής.
Η κυβέρνηση και η κρατική εξουσία δεν ταυτίζονται.
Η εκλογική ανάδειξη μιας εργατικής κυβέρνησης δεν συνεπάγεται αυτομάτως τον έλεγχο των μηχανισμών του κράτους, της οικονομίας, της δημόσιας διοίκησης και των μέσων παραγωγής.
Αυτή, όμως, η διάκριση δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της εγκατάλειψης της κυβερνητικής διεκδίκησης.
Αντίθετα, αναδεικνύει την ανάγκη σύνδεσής της με ένα πρόγραμμα βαθιών κοινωνικών μετασχηματισμών και με τη συγκρότηση ανεξάρτητων μορφών εργατικής και λαϊκής εξουσίας.
Μια τέτοια πολιτική δεν θα αρκούνταν σε γενικές εξαγγελίες περί σοσιαλισμού. Θα συγκροτούσε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων: ουσιαστική αναδιανομή του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου, δημόσιο έλεγχο στρατηγικών τομέων της οικονομίας, κοινωνικοποίηση κρίσιμων παραγωγικών υποδομών με δημοκρατικό εργατικό έλεγχο, κατοχύρωση της εργασίας, ενίσχυση των δημόσιων αγαθών και ουσιαστική συμμετοχή των εργαζομένων στις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή τους.
Η υλοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος θα συναντούσε αναπόφευκτα την αντίσταση του κεφαλαίου και των κυρίαρχων οικονομικών μηχανισμών.
Ακριβώς γι’ αυτό δεν θα μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά στους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς. Θα απαιτούσε τη συνεχή κινητοποίηση και αυτοτελή οργάνωση της εργατικής τάξης, την ανάπτυξη δημοκρατικών θεσμών λαϊκού ελέγχου και την ενεργό συμμετοχή των κοινωνικών δυνάμεων που θα στήριζαν τον μετασχηματισμό.
Αυτή είναι η ουσία μιας επαναστατικής μεταβατικής πολιτικής: όχι η εγκατάλειψη του σοσιαλιστικού στόχου στο όνομα της κυβερνητικής διαχείρισης, αλλά η σύνδεση των άμεσων κοινωνικών αναγκών με την αναγκαιότητα υπέρβασης των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας.
Η εργατική κυβέρνηση δεν μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό. Μπορεί, όμως, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να καταστεί κρίσιμο πεδίο ανάπτυξης και όξυνσης της ταξικής πάλης.
Η άρνηση ακόμη και της διερεύνησης αυτής της δυνατότητας στερεί από την επαναστατική πολιτική ένα σημαντικό πεδίο παρέμβασης.
Το αδιέξοδο της «κριτικής εκλογικής στήριξης»
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή της κριτικής εκλογικής στήριξης στο ΚΚΕ αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Όσοι την υποστηρίζουν επικαλούνται συνήθως την ανάγκη ενίσχυσης της ισχυρότερης οργανωμένης δύναμης της κομμουνιστικής Αριστεράς, παρά τις ουσιαστικές διαφωνίες τους με τη στρατηγική της.
Η επιχειρηματολογία αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί βάσιμη ως περιορισμένη εκλογική τακτική, σε συγκεκριμένες πολιτικές συνθήκες.
Όταν, όμως, η ίδια επιλογή επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά από τη μία εκλογική αναμέτρηση στην άλλη, χωρίς να συνοδεύεται από μια συγκεκριμένη στρατηγική υπέρβασης των αδυναμιών που αναγνωρίζονται, παύει να αποτελεί απλώς τακτικό ελιγμό.
Μετατρέπεται σε μια σταθερή πολιτική σχέση εξάρτησης.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η θεμελιώδης αντίφαση.
Όσοι θεωρούν ότι η ηγεσία του ΚΚΕ ακολουθεί μια στρατηγική πολιτικού αυτοπεριορισμού οφείλουν να εξηγήσουν με ποιον τρόπο η διαρκής εκλογική ενίσχυση αυτής της ηγεσίας μπορεί να συμβάλει στην υπέρβαση της συγκεκριμένης στρατηγικής.
Η εκλογική στήριξη, ακόμη και όταν συνοδεύεται από αυστηρή κριτική, ενισχύει αντικειμενικά την πολιτική νομιμοποίηση του κόμματος και της ηγεσίας που καθορίζει την πολιτική του γραμμή.
Ασφαλώς, η ψήφος δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την αποδοχή του συνόλου μιας πολιτικής στρατηγικής. Στην πολιτική πραγματικότητα, όμως, τα εκλογικά αποτελέσματα ερμηνεύονται, αξιοποιούνται και προβάλλονται από τις κομματικές ηγεσίες ως επιβεβαίωση της κατεύθυνσής τους.
Εάν, λοιπόν, η κριτική στήριξη δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους, από αυτόνομη οργανωτική συγκρότηση, από πρωτοβουλίες κοινής δράσης και από μια ανεξάρτητη προγραμματική πρόταση, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως συμπληρωματικός μηχανισμός αναπαραγωγής της πολιτικής που υποτίθεται ότι αμφισβητεί.
Η κριτική ψήφος δεν αποτελεί αυτοτελή επαναστατική στρατηγική. Είναι ένα τακτικό μέσο, του οποίου η αξία εξαρτάται αποκλειστικά από τον πολιτικό σκοπό που υπηρετεί.
Και όταν αυτός ο σκοπός δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια, η κριτική κινδυνεύει να περιοριστεί σε θεωρητική επιφύλαξη, ενώ η εκλογική πράξη αναπαράγει τους ίδιους πολιτικούς συσχετισμούς.
Η ενότητα της δράσης δεν προϋποθέτει εκλογική υποταγή
Η απόρριψη της διαρκούς κριτικής εκλογικής στήριξης δεν συνεπάγεται υποτίμηση του ΚΚΕ, άρνηση της ιστορικής του συμβολής ή εγκατάλειψη της κοινής δράσης με τα μέλη και τους αγωνιστές του.
Αντίθετα, μια συνεπής επαναστατική πολιτική οφείλει να επιδιώκει τη μεγαλύτερη δυνατή ενότητα της εργατικής τάξης στους πραγματικούς κοινωνικούς αγώνες.
Η κοινή δράση στα συνδικάτα, στους χώρους εργασίας, στους φοιτητικούς συλλόγους και στα κοινωνικά κινήματα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών.
Αυτή η ενότητα, όμως, δεν προϋποθέτει πολιτική ή εκλογική ευθυγράμμιση.
Η ενότητα της εργατικής δράσης και η ανεξαρτησία της πολιτικής κριτικής δεν αποτελούν αντιφατικές αρχές. Αποτελούν δύο αλληλένδετες προϋποθέσεις της επαναστατικής στρατηγικής.
Η κοινή δράση πρέπει να επιδιώκεται στη βάση συγκεκριμένων κοινωνικών στόχων και διεκδικήσεων, χωρίς να απαιτείται από τις συμμετέχουσες δυνάμεις να αποσιωπήσουν τις στρατηγικές τους διαφορές.
Αντίστοιχα, η πολιτική αυτοτέλεια των επαναστατικών δυνάμεων πρέπει να οικοδομείται όχι μέσα από έναν αδιέξοδο ανταγωνισμό οργανωτικών μηχανισμών, αλλά μέσα από τη διαμόρφωση μιας πειστικής πολιτικής πρότασης που θα απευθύνεται στο σύνολο της εργατικής τάξης.
Το ζητούμενο δεν είναι η αντικατάσταση μιας κομματικής περιχαράκωσης από μια άλλη.
Είναι η διαμόρφωση ενός ευρύτερου κοινωνικού και πολιτικού ρεύματος που θα συνδυάζει την ταξική συνέπεια με τη δυνατότητα συγκρότησης πλειοψηφικών συμμαχιών.
Η ιστορική ευθύνη της κομμουνιστικής Αριστεράς
Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής Αριστεράς δεν είναι η έλλειψη ριζοσπαστικών διακηρύξεων.
Είναι η αδυναμία συγκρότησης ενός πολιτικού υποκειμένου ικανού να συνδέσει τη ριζοσπαστική κριτική με μια πλειοψηφική κοινωνική και πολιτική προοπτική.
Το ΚΚΕ διαθέτει σημαντικά στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση μιας τέτοιας προσπάθειας: κοινωνικές αναφορές, πολιτική εμπειρία, οργανωτική συγκρότηση, ιστορική ταυτότητα και ικανότητα συλλογικής δράσης.
Δεν είναι δεδομένο ότι μια διαφορετική στρατηγική θα το μετέτρεπε αυτομάτως σε πλειοψηφική δύναμη. Η πολιτική ηγεμονία προϋποθέτει μακρόχρονη κοινωνική εργασία, ευρύτερες συμμαχίες, αξιόπιστο μεταβατικό πρόγραμμα και πειστικές απαντήσεις σε σύνθετα οικονομικά και θεσμικά ζητήματα.
Ωστόσο, η απουσία μιας τέτοιας στρατηγικής περιορίζει εξαρχής τη δυνατότητα ανάπτυξης μιας ευρύτερης δυναμικής.
Η επαναστατική πολιτική δεν μπορεί να αρκείται στη διατήρηση ενός ιστορικά δικαιωμένου ιδεολογικού πυρήνα.
Οφείλει να επιδιώκει τη μετατροπή των ιδεών της σε υλική πολιτική δύναμη, ικανή να επηρεάζει αποφασιστικά την πορεία της κοινωνίας.
Αυτό προϋποθέτει την οικοδόμηση ενός πολιτικού σχεδίου που δεν θα αντιμετωπίζει την εκλογική ενίσχυση απλώς ως διεύρυνση της αντιπολιτευτικής παρουσίας, αλλά ως μέρος μιας συνολικής προσπάθειας συγκρότησης εργατικής και λαϊκής πλειοψηφίας.
Και μια τέτοια προσπάθεια απαιτεί πολιτική αυτοτέλεια, σαφή στρατηγική και συγκεκριμένη προοπτική εξουσίας.
Από την πολιτική της διαμαρτυρίας στην πολιτική της εξουσίας
Η ιστορική αποστολή ενός επαναστατικού κόμματος δεν είναι να αποτελεί την πιο συνεπή αντιπολίτευση του καπιταλισμού.
Είναι να συμβάλλει στην οργάνωση της κοινωνικής δύναμης που θα μπορέσει να τον υπερβεί.
Η διαφορά είναι θεμελιώδης.
Ένα κόμμα μπορεί να διαθέτει σωστές θέσεις, να παρεμβαίνει αποτελεσματικά στους κοινωνικούς αγώνες, να διατηρεί τη συνοχή του και να καταγράφει αξιόλογα εκλογικά αποτελέσματα, χωρίς να προσεγγίζει ουσιαστικά τον στρατηγικό του στόχο.
Η μετατροπή της επαναστατικής προοπτικής σε διαρκώς μετατιθέμενο ιστορικό ενδεχόμενο ενέχει τον κίνδυνο να καταστήσει την καθημερινή πολιτική δραστηριότητα αυτοσκοπό.
Απέναντι σε αυτόν τον κίνδυνο, όσοι υποστηρίζουν την κριτική εκλογική στήριξη στο ΚΚΕ οφείλουν να απαντήσουν σε ένα θεμελιώδες ερώτημα: πώς η επανειλημμένη ενίσχυση ενός κόμματος, του οποίου τη στρατηγική θεωρούν ανεπαρκή, συμβάλλει στη δημιουργία των πολιτικών προϋποθέσεων για την υπέρβαση αυτής ακριβώς της ανεπάρκειας;
Το ζήτημα δεν είναι η εκλογική επιβίωση ή η οργανωτική ενίσχυση της κομμουνιστικής Αριστεράς.
Είναι η ανάδειξή της σε δύναμη ικανή να διεκδικήσει την πολιτική ηγεμονία στην κοινωνία, να συγκροτήσει μια εργατική και λαϊκή πλειοψηφία και να θέσει το ζήτημα της εξουσίας ως πραγματικό πολιτικό διακύβευμα.
Διότι μια Αριστερά που δεν θέτει με συγκεκριμένους πολιτικούς όρους το ζήτημα της εξουσίας κινδυνεύει, ανεξάρτητα από τον επαναστατικό χαρακτήρα των διακηρύξεών της, να καταλήξει μόνιμος διαχειριστής της ίδιας της αντιπολιτευτικής της ύπαρξης.
Και όσοι, αναγνωρίζοντας αυτό το αδιέξοδο, συνεχίζουν να το ενισχύουν εκλογικά χωρίς μια συγκεκριμένη στρατηγική υπέρβασής του, δεν μπορούν να θεωρούν ότι η προσθήκη του επιθέτου «κριτική» αρκεί για να άρει την πολιτική αντίφαση της επιλογής τους.
Η επαναστατική Αριστερά δεν χρειάζεται μια ακόμη αποτελεσματική μέθοδο διατήρησης της αντιπολίτευσης. Χρειάζεται μια πειστική στρατηγική για την κατάκτηση της εξουσίας και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

