ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

8 Ιουνίου 2009

Το Υπουργείο Πολιτισμού πρέπει να είναι ο κύριος θεσμικός Φορέας σχεδιασμού και υλοποίησης της Εθνικής Πολιτικής για τον Πολιτισμό. Προκειμένου να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στο ρόλο του πρέπει να γίνουν ορισμένες – θεσμικού χαρακτήρα – τροποποιήσεις και προσαρμογές. Επιγραμματικά η πρότασή μας εστιάζεται στα εξής:

  • Το ΥΠ.ΠΟ. πρέπει να έχει την κεντρική ευθύνη για όλες τις δράσεις αξιοποίησης και ανάδειξης των πολιτιστικών και αρχαιολογικών πόρων.
  • Πρέπει να προηγείται δημόσια, ευρεία και ουσιαστική διαβούλευση στο πλαίσιο της κατάρτισης Επιχειρησιακού Προγράμματος για τον Πολιτισμό, με τους αρμόδιους Φορείς, τις ΜΚΟ, τα Επιστημονικά Ινστιτούτα αλλά και την Κοινωνία.
  • Πρέπει να καταρτιστεί νέο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα για τον Πολιτισμό, με στόχο την ολόπλευρη, ισόρροπη, δημοκρατική περιφερειακή ανάπτυξη, με ολιστική προσέγγιση στον σχεδιασμό και την προώθηση των έργων και των παρεμβάσεων μεταξύ τους, τόσο στην κατεύθυνση δημιουργίας περιφερειακών και διαπεριφερειακών δικτύων, όσο και σε συνάφεια και διασύνεδεση με τις υπόλοιπες κεντρικές εθνικές προτεραιότητες και στόχους, αλλά και με στόχο την αύξηση του ΑΕΠ και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης – θεμελιώδεις παράμετροι της σκοπιμότητας χρηματοδότησης παρεμβάσεων από Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά Ταμεία.
  • Απαραίτητη προϋπόθεση για τον προηγούμενο στόχο είναι η επαναδιαπραγμάτευση της Ελληνικής Κυβέρνησης με την Ε.Ε. του συνόλου του Προγράμματος για τον Πολιτισμό.
  • Πρέπει να αξιολογηθούν όλοι οι περιφερειακοί πολιτιστικοί οργανισμοί που θα μπορούν να αποτελέσουν δυνητικούς φορείς υλοποίησης πολιτιστικών δράσεων, πιστοποίησή τους ύστερα από ουσιαστικό έλεγχο και θεσμική κατοχύρωση του ρόλου τους. Αρμόδιος Φορέας για την πιστοποίηση πρέπει να είναι κατ’ αρχήν το Υπουργείο Πολιτισμού, ύστερα από διαβούλευση με τις Διαχειριστικές Αρχές των Περιφερειών και των Τομεακών Προγραμμάτων. Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο ρόλος των λοιπών Δημόσιων Υπηρεσιών (Δήμοι, Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις) αλλά και της Εκκλησίας πρέπει να περιοριστεί σε καθαρά και απόλυτα δευτερεύοντα και επικουρικό επίπεδο, σε όλο το πλέγμα και το σύστημα υλοποίησης έργων πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Πρέπει δε να περιορίζεται μόνο στο επίπεδο της εκ των υστέρων λειτουργίας των έργων, βάσει βεβαίως προδιαγραφών και ελέγχων του ΥΠ.ΠΟ.
  • Το ζήτημα της λειτουργίας των έργων μετά την ολοκλήρωσή τους (αφορά σε υποδομές πολιτιστικού περιεχομένου) είναι από τα πλέον σημαντικά. Η μη λειτουργία των ολοκληρωμένων έργων συνιστά πρόβλημα τόσο απαξίωσης των ήδη ολοκληρωμένων υποδομών, επισείει δε τον κίνδυνο προστίμου (ή και επιστροφής των πιστώσεων) από την Ε.Ε. λόγω μη εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων. Είναι πράγματι κρίμα να απαξιώνονται αρχαιολογικοί χώροι (για τους οποίους έχουν δαπανηθεί εκατομμύρια €) και να χάνει η χώρα τη δυνατότητα πολύπλευρων οφελειών (μέσω των συνεργειών που θα έπρεπε να αναπτύσσονται) επειδή κάποιες αρμόδιες Υπηρεσίες δεν προχωρούν σε πρόσληψη προσωπικού για την λειτουργία των χώρων αυτών (υποχρέωση που είχαν αναλάβει προκειμένου να κριθεί η πρόταση επιλέξιμη για χρηματοδότηση).
  • Πρέπει λοιπόν να επανασχεδιαστεί (βάσει πραγματικών αναγκών) και να προχωρήσει η στελέχωση όλων των Υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού (Κεντρικών και Περιφερειακών) ώστε να μπορούν πλέον να ανταπεξέλθουν στον διπλό ρόλο τους, της καθημερινής λειτουργίας και διαχείρισης των τρεχόντων θεμάτων αλλά και της επιτυχούς υλοποίησης των σχεδιαζόμενων αναπτυξιακών παρεμβάσεων.
  • Δημιουργία καθετοποιημένης Τεχνικής Υπηρεσίας σε όλες τις Υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ. (κυρίως τις περιφερειακές – Εφορείες, στις οποίες η έλλειψη τεχνικών στελεχών αποβαίνει απαγορευτικός παράγοντας στην υλοποίηση έργων).
  • Σύσταση διεπιστημονικής Επιτροπής με αρμοδιότητα τη σύνταξη Εθνικού Ενιαίου Τιμολογίου Αρχαιολογικών Εργων και εν συνεχεία την νομοθετική του κατοχύρωση. Συμπληρωματικά σε αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί και το ενδεχόμενο δημιουργίας νέας κατηγορίας εργοληπτικών πτυχίων (κατηγορίας «ειδικών αρχαιολογικών έργων») λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι σε κάθε ανάθεση παρόμοιας φύσεως έργου διατυπώνονται ειδικοί όροι εμπειρίας στη διακήρυξη και δεν υπάρχει μηχανισμός αντικειμενικής (και αδιάβλητης) αξιολόγησης της αναγκαιότητας αλλά και της φύσης αυτών των ειδικών όρων κατά περίπτωση. Με την καθιέρωση ειδικής κατηγορίας εργοληπτικών πτυχίων αποφεύγεται η ενδεχόμενη αυθαίρετη διατύπωση τέτοιων «ειδικών όρων» στις διακηρύξεις και διασφαλίζεται η διαφάνεια και ο υγιής ανταγωνισμός.
  • Ουσιαστική αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης από τους εθνικούς πόρους των λειτουργικών αναγκών των Υπηρεσιών ώστε να δημιουργηθούν – επιτέλους – συνθήκες αξιοπρεπούς εργασίας.
  • Θεσμοθέτηση διαδικασιών δημοσιότητας και δημόσιας λογοδοσίας των κεντρικών Οργάνων (Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, Τοπικά Συμβούλια Μνημείων). Ολες οι Γνωμοδοτήσεις και οι Αποφάσεις να δημοσιεύονται στο διαδίκτυο.
  • Θέσπιση ορίου στον χρόνο εξυπηρέτησης των πολιτών και στην οριστική αντιμετώπιση των θεμάτων τους. Τούτο βέβαια προϋποθέτει την γενναία ενίσχυση των Υπηρεσιών σε στελεχιακό δυναμικό και σε οικονομικούς και τεχνικούς πόρους. Το Υπουργείο Πολιτισμού πρέπει να αντιστρέψει την σημερινή επαχθή εικόνα που έχει διαμορφώσει στη συνείδηση του μέσου Ελληνα πολίτη, να αναδείξει και να κατοχυρώσει την κοινωνική του συνεισφορά, έμπρακτα και ουσιαστικά. Είναι κρίσιμο να πετύχουμε την αντιστροφή της σημερινής αρνητικής προκατάληψης των πολιτών απέναντι στις Υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ. Βέβαια η βελτίωση των σχέσεων και της «εικόνας» δεν επιτυγχάνεται με καταστατικά μέτρα αλλά με τη σφυρηλάτηση και εμπέδωση σχέσεων εμπιστοσύνης, αλληλοσεβασμού, αναγνώρισης και αποδοχής.
  • Κατάργηση του Ταμείου Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Εργων (ΤΔΠΕΑΕ) με τη σημερινή του μορφή και μετεξέλιξή του σε έναν αμιγώς Επιστημονικό Οργανισμό Ερευνας, Μελέτης και Τεκμηρίωσης των Μνημείων μας, εποπτευόμενο από το ΥΠ.ΠΟ. και με δυνατότητα επιστημονικών συνεργασιών με Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Κέντρα. Μετακίνηση του έμπειρου και εξειδικευμένου προσωπικού του Οργανισμού στο ΥΠ.ΠΟ. Η πρότασή αυτή διατυπώνεται (ως συμπέρασμα από την προσωπική εμπειρία μου) δεδομένου ότι, όπως μπορεί εύκολα να τεκμηριωθεί, η συμβολή του ΤΔΠΕΑΕ δεν υπήρξε ουσιαστική στην μείωση των παραμέτρων κόστους και χρόνου στα έργα που υλοποίησε (συγκριτικά με τα έργα που υλοποίησαν οι Υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ.), παρά το ευνοϊκό νομοθετικό πλαίσιο που καθόριζε τη λειτουργία του.
  • Ο Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού (ΟΠΕΠ Α.Ε.) παρόλο που αποτέλεσε μια φιλόδοξη απόπειρα της Πολιτείας να δημιουργήσει έναν πρότυπο Οργανισμό μέσω του οποίου θα παρήγαγε έσοδα και θα χρηματοδοτούσε την πολιτιστική δραστηριότητα, εν τούτοις θεσμικά κωλύματα (τα οποία αποδείχτηκαν ανυπέρβλητα) δεν επέτρεψαν την επιτυχία του εγχειρήματος αυτού. Αποτέλεσμα ήταν να αιμορραγήσει ο Οργανισμός (από τα πλέον ικανά στελέχη του) και να διολισθήσει σε χώρο ανάπτυξης νοσηρών και άνομων οικονομικών σχέσεων. Θα πρέπει η νέα Κυβέρνηση να ενσκύψει με προσοχή στο θέμα, ξεκαθαρίζοντας όμως την πραγματική της επιθυμία. Σε περίπτωση που επιθυμεί να αξιοποιήσει τον ΟΠΕΠ ουσιαστικά, οφείλει να τον θωρακίσει απέναντι σε όποιο θεσμικό εμπόδιο παρουσιάζεται, ώστε να αναμένει τα μέγιστα οφέλη από την ουσιαστική λειτουργία του. Σε αντίθετη περίπτωση είναι μονόδρομος η διάλυσή του και η ενσωμάτωση της λειτουργίας του στο Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων (ΤΑΠΑ), με απορρόφηση του συνόλου του προσωπικού, με παράλληλη επαναδιατύπωση των καταστατικών στόχων και λειτουργιών του ΤΑΠΑ.
  • Ολα τα παραπάνω πρέπει να κατοχυρωθούν θεσμικά μέσω της επαναδιατύπωσης τόσο του Π.Δ. 99/1992 «περί εκτέλεσης αρχαιολογικών εν γένει έργων» όσο και του Ν.3028/2002. Ειδικότερα για το Π.Δ. 99/1992 η εμπειρία καταδεικνύει ότι είναι πλέον επιβεβλημένη η επικαιροποίησή του (αλλά και η ρητή διασαφήνιση άρθρων και διατάξεων) ώστε να θωρακιστούν τυχόν «αδύναμα» σημεία των διατάξεών του.

8 Ιουνίου 2009

Αφήστε σχόλιο για: "ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ"