Η αποτυχία μιας πολιτικής δεκαετιών και η ανάγκη για ριζική αλλαγή
Η πρόσφατη τραγωδία στην Πλάκα, όπου έξι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας έκρηξης φυσικού αερίου που, σύμφωνα με τις έρευνες, προκλήθηκε κατά την απόπειρα κλοπής χαλκοσωλήνων, αναδεικνύει με τον πιο δραματικό τρόπο τις συνέπειες της οργανωμένης παραβατικότητας, της ανεπαρκούς πρόληψης και της αποτυχίας του κράτους να προστατεύσει την ανθρώπινη ζωή.
Αποτελεί ταυτόχρονα αφορμή για μια ευρύτερη συζήτηση που η ελληνική κοινωνία αποφεύγει εδώ και δεκαετίες: την ανομία, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την αποτυχία των δημόσιων πολιτικών ένταξης και τη διαχρονική ανοχή του πολιτικού συστήματος απέναντι σε καταστάσεις που δεν θα έπρεπε να γίνονται αποδεκτές σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία.
Το ζήτημα των Ρομά αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αυτών των αντιφάσεων.
Ας είμαστε ξεκάθαροι: η εγκληματικότητα δεν έχει εθνότητα και η συλλογική ενοχοποίηση των Ρομά είναι απαράδεκτη. Εξίσου απαράδεκτη, όμως, είναι η επίκληση του κοινωνικού αποκλεισμού ως δικαιολογία για την ανοχή απέναντι σε πραγματικές εγκληματικές δραστηριότητες.
Σε περιοχές όπου καταγράφονται συστηματικά κλοπές, διαρρήξεις, διακίνηση ναρκωτικών, παράνομη εμπορία μετάλλων, ρευματοκλοπές και άλλες μορφές παραβατικότητας, η Πολιτεία έχει υποχρέωση να παρεμβαίνει αποτελεσματικά. Όχι περιστασιακά, με επικοινωνιακές αστυνομικές επιχειρήσεις, αλλά μόνιμα, με οργανωμένο σχέδιο, αστυνομική παρουσία, δικαστική διερεύνηση και κοινωνική παρέμβαση.
Κανένας οικισμός, καταυλισμός ή γειτονιά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως περιοχή περιορισμένης κρατικής παρουσίας. Κανένας πολίτης δεν μπορεί να αισθάνεται εγκαταλελειμμένος απέναντι στην παραβατικότητα. Και κανένας κάτοικος ενός καταυλισμού δεν πρέπει να εγκαταλείπεται στην εξουσία εγκληματικών κυκλωμάτων.
Το κράτος δικαίου είτε ισχύει για όλους είτε παύει να είναι κράτος δικαίου.
Η μεγάλη υποκρισία των πολιτικών κοινωνικής ένταξης
Εδώ και δεκαετίες διατίθενται σημαντικοί εθνικοί και ευρωπαϊκοί πόροι για την κοινωνική ένταξη των Ρομά. Προγράμματα εκπαίδευσης, επαγγελματικής κατάρτισης, απασχόλησης, στεγαστικής αποκατάστασης, υγειονομικής φροντίδας και κοινωνικής διαμεσολάβησης διαδέχονται το ένα το άλλο.
Κι όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν οικισμοί χωρίς επαρκή ύδρευση, αποχέτευση, ηλεκτροδότηση και αποκομιδή απορριμμάτων. Παιδιά μεγαλώνουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, με σοβαρά εμπόδια στην εκπαίδευσή τους. Ολόκληρες κοινότητες παραμένουν αποκομμένες από την οργανωμένη οικονομική και κοινωνική ζωή.
Η εικόνα αυτή δεν επιτρέπει κανέναν εφησυχασμό.
Δεν αποδεικνύει ότι κάθε πρόγραμμα απέτυχε ή ότι όλοι οι πόροι κατασπαταλήθηκαν. Επιβάλλει, όμως, ένα θεμελιώδες ερώτημα: Πού κατευθύνθηκαν τα χρήματα, ποιοι τα διαχειρίστηκαν, ποιοι ωφελήθηκαν και ποια είναι τα πραγματικά, μετρήσιμα αποτελέσματα;
Δεν αρκεί να μετράμε πόσα σεμινάρια πραγματοποιήθηκαν, πόσοι συμμετείχαν σε ημερίδες και πόσες εκθέσεις συντάχθηκαν.
Πρέπει να γνωρίζουμε πόσα παιδιά ολοκλήρωσαν την υποχρεωτική εκπαίδευση, πόσοι ενήλικες απέκτησαν σταθερή νόμιμη εργασία, πόσες οικογένειες εξασφάλισαν αξιοπρεπή στέγη και πόσοι οικισμοί απέκτησαν τις στοιχειώδεις δημόσιες υποδομές.
Όταν η χρηματοδότηση εξαντλείται σε διαδικασίες χωρίς αποδεδειγμένο κοινωνικό αποτέλεσμα, η πολιτική ένταξης κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό αναπαραγωγής του ίδιου προβλήματος.
Η πελατειακή διαχείριση και οι πολιτικές ευθύνες
Υπάρχει και μια άλλη διάσταση που δεν επιτρέπεται να παραμένει εκτός δημόσιας συζήτησης: οι σχέσεις τοπικής πολιτικής εξουσίας, οικονομικών συμφερόντων και άτυπων μηχανισμών επιρροής.
Οι καταγγελίες για πελατειακή εκμετάλλευση κοινοτήτων Ρομά, πολιτική προστασία τοπικών παραγόντων ή επιλεκτική ανοχή σε παρανομίες πρέπει να ερευνηθούν θεσμικά, με συγκεκριμένα στοιχεία και απόδοση ευθυνών.
Δεν είναι δυνατόν οι άνθρωποι αυτοί να αντιμετωπίζονται προεκλογικά ως εκλογική πελατεία και μετεκλογικά ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
Ούτε μπορεί η κοινωνική πολιτική να ανατίθεται άτυπα σε μεσάζοντες, τοπικούς παράγοντες και αυτοανακηρυγμένους εκπροσώπους, χωρίς διαφάνεια, δημοκρατική νομιμοποίηση και λογοδοσία.
Η φτώχεια δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Και η κοινωνική ένταξη δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την απουσία του κράτους.
Τι πρέπει να αλλάξει – Ένα συγκεκριμένο σχέδιο παρέμβασης
1. Τέλος στις περιοχές περιορισμένης κρατικής παρουσίας.
Μόνιμη και οργανωμένη παρουσία των αρμόδιων δημόσιων υπηρεσιών σε κάθε οικισμό όπου εντοπίζονται σοβαρά προβλήματα. Στοχευμένες αστυνομικές επιχειρήσεις, υπό δικαστικό έλεγχο όπου απαιτείται, κατά εγκληματικών δικτύων, διακίνησης ναρκωτικών, εμπορίας ανθρώπων και συστηματικών κλοπών. Προστασία των κατοίκων, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων των Ρομά, από εκβιασμούς και εγκληματική εκμετάλλευση.
2. Χτύπημα στην οικονομική βάση της παραβατικότητας.
Αυστηρή ιχνηλασιμότητα της εμπορίας χαλκού και άλλων μετάλλων. Υποχρεωτική καταγραφή προέλευσης, προμηθευτή και συναλλαγών από τις επιχειρήσεις ανακύκλωσης. Συστηματικοί φορολογικοί και αστυνομικοί έλεγχοι στους αποδέκτες κλεμμένων υλικών. Διερεύνηση των οικονομικών δικτύων που μετατρέπουν τις μικροκλοπές σε οργανωμένη και κερδοφόρα δραστηριότητα.
3. Ριζική αναθεώρηση και δημόσιος έλεγχος της χρηματοδότησης.
Ανεξάρτητος διαχειριστικός και ουσιαστικός έλεγχος των προγραμμάτων ένταξης της τελευταίας δεκαπενταετίας. Δημοσιοποίηση δικαιούχων, αναδόχων, προϋπολογισμών, παραδοτέων και πραγματικών αποτελεσμάτων. Αξιολόγηση κάθε νέας δράσης με κοινωνικούς δείκτες και όχι μόνο με την απορρόφηση κονδυλίων. Αναστολή ή ανασχεδιασμός αποδεδειγμένα αναποτελεσματικών παρεμβάσεων, με διασφάλιση των αναγκαίων κοινωνικών υπηρεσιών.
4. Σταδιακή κατάργηση των συνθηκών γκετοποίησης.
Καταγραφή των πραγματικών στεγαστικών αναγκών. Άμεση εξασφάλιση πόσιμου νερού, αποχέτευσης, καθαριότητας και ασφαλούς ηλεκτροδότησης. Σταδιακή μετάβαση από τους ακατάλληλους καταυλισμούς σε αξιοπρεπή, διάσπαρτη κατοικία μέσα στον αστικό και κοινωνικό ιστό, χωρίς δημιουργία νέων γκέτο και χωρίς αναγκαστικούς εκτοπισμούς.
5. Κανένα παιδί εκτός σχολείου.
Πραγματική καθολική φοίτηση στην υποχρεωτική εκπαίδευση, με μεταφορά μαθητών, σχολική διαμεσολάβηση, ενισχυτική διδασκαλία και συστηματική συνεργασία σχολείου, οικογένειας και κοινωνικών υπηρεσιών. Αντιμετώπιση της παιδικής εργασίας και της εκμετάλλευσης ανηλίκων. Οι γονείς έχουν υποχρεώσεις απέναντι στα παιδιά τους και η Πολιτεία έχει υποχρέωση να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε αυτές να εκπληρώνονται.
6. Από τα επιδόματα στην πραγματική οικονομική και εργασιακή ένταξη.
Ουσιαστική επαγγελματική κατάρτιση συνδεδεμένη με συγκεκριμένες θέσεις εργασίας, πιστοποίηση δεξιοτήτων, υποστήριξη της νόμιμης αυτοαπασχόλησης και των κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων. Έλεγχος της πραγματικής απασχόλησης μετά την ολοκλήρωση κάθε προγράμματος. Καταπολέμηση των διακρίσεων στην πρόσληψη και στην πρόσβαση στην αγορά εργασίας.
7. Δημοκρατική συμμετοχή χωρίς μεσάζοντες και προστάτες.
Δημιουργία ανοιχτών τοπικών δομών διαλόγου, με συμμετοχή των κατοίκων Ρομά, της τοπικής κοινωνίας, των δήμων, των σχολείων και των κοινωνικών υπηρεσιών. Διαφανείς διαδικασίες εκπροσώπησης, χωρίς μονοπώλια και πελατειακές εξαρτήσεις. Ειδική ενθάρρυνση της συμμετοχής γυναικών και νέων.
8. Ενιαία δημόσια ευθύνη με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.
Διυπουργικός μηχανισμός εφαρμογής, με επιχειρησιακή ευθύνη των αρμόδιων υπουργείων και της Αυτοδιοίκησης. Για κάθε οικισμό, συγκεκριμένο σχέδιο τριετίας, δημόσιος προϋπολογισμός, υπεύθυνος υλοποίησης και εξαμηνιαία δημοσιοποίηση αποτελεσμάτων. Ανεξάρτητη αξιολόγηση και δυνατότητα κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Ούτε ρατσισμός ούτε ανοχή στην ανομία
Η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος δεν είναι υπόθεση του στρατού, ούτε μπορεί να επιτευχθεί με συλλογικές τιμωρίες, αστυνομική αυθαιρεσία ή καταστολή χωρίς κοινωνική πολιτική.
Απαιτεί ισχυρό δημοκρατικό κράτος, αποτελεσματική αστυνομία, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, οργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες και αποφασιστική πολιτική βούληση.
Η κοινωνική καταγωγή δεν προσφέρει ασυλία απέναντι στον νόμο. Όπως και η παραβατικότητα ορισμένων δεν μπορεί να καταδικάζει συλλογικά μια ολόκληρη κοινότητα.
Το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στην ασφάλεια και στα κοινωνικά δικαιώματα. Είναι να εξασφαλίσουμε και τα δύο.
Αυτή οφείλει να είναι και η απάντηση μιας σύγχρονης, δημοκρατικής Αριστεράς: όχι η αμήχανη σιωπή μπροστά στην παραβατικότητα, από φόβο μήπως χαρακτηριστεί ρατσιστική· ούτε η υιοθέτηση της ακροδεξιάς ρητορικής της συλλογικής ενοχοποίησης.
Αλλά μια πολιτική κοινωνικής δικαιοσύνης με πραγματικό περιεχόμενο, που συνδυάζει δικαιώματα, υποχρεώσεις, πρόληψη, λογοδοσία και ισονομία.
Γιατί μια δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να αποδέχεται ούτε ανθρώπους που γεννιούνται και μεγαλώνουν σε συνθήκες εξαθλίωσης ούτε πολίτες που ζουν υπό τον φόβο της εγκληματικότητας.
Δεν χρειαζόμαστε άλλα προσχηματικά προγράμματα και άλλες μεγαλόστομες διακηρύξεις. Χρειαζόμαστε δημόσιο έλεγχο, μετρήσιμα αποτελέσματα και πολιτική σύγκρουση με κάθε μηχανισμό που συντηρεί την ανομία, την εκμετάλλευση και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
Η δημοκρατία δεν πρέπει να έχει ούτε πολίτες δεύτερης κατηγορίας ούτε περιοχές έξω από την ισχύ του νόμου.
Κώστας Καρμπέρης
Οκτώβριος 2026

