Μια πρώτη απόπειρα πολιτικής αποτίμησης του χθεσινού αποτελέσματος των εκλογών (χωρίς να έχουν μελετηθεί τα ποιοτικά χαρακτηριστικά και τα επί μέρους στατιστικά στοιχεία της κάλπης):
1. Ο δικομματισμός επιστρέφει. Τα δύο μεγάλα κόμματα «εξουσίας» συγκέντρωσαν πάνω από 70% του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων, γεγονός που καταδεικνύει την επανακαθιέρωση των δύο κυρίαρχων αντίπαλων πολιτικών πόλων. Θεωρώ ότι αυτό το πρώτο στοιχείο είναι ένα σαφές – αλλά πρώιμο ακόμα – δείγμα επιστροφής στην – λεγόμενη – «κανονικότητα». Ο κατακερματισμός των πολιτικών δυνάμεων και η ανάδυση κάθε λογής απίθανων πολιτικών σχηματισμών (και μερικών εξ αυτών επικίνδυνων, όπως η Χ.Α.) δείχνει να υποχωρεί. Δειλά δειλά ακόμα, αλλά πιστεύω πως είναι ένα ρεύμα που θα εδραιωθεί σε βάθος χρόνου. Η επιστροφή στην «κανονικότητα» θα εδραιώσει τους δύο κυρίαρχους πόλους – φορείς πολιτικών: τον προοδευτικό και τον συντηρητικό πόλο.
Θέση για παραδοσιακές διακριτές πολιτικές δυνάμεις όπως π.χ. το ΚΚΕ υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει. Θα αναφερθώ παρακάτω αναλυτικότερα.
2. Η Ν.Δ. επανέκαμψε με ισχυρή αυτοδυναμία. Το ποσοστό της (οριακά κάτω από 40%) της επιτρέπει να επιχειρήσει να εφαρμόσει χωρίς συμβιβασμούς και «εκπτώσεις» το πρόγραμμά της, το οποίο είναι στην ουσία ένα άθροισμα ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Και αναφέρομαι σε άθροισμα διότι δεν υπάρχει κάποιο συνεκτικό στοιχείο μεταξύ τους, αλλά αποτελούν έναν «αχταρμά» νεοφιλελεύθερων εξαγγελιών, ασύνδετων μεταξύ τους, που το μόνο που θα καταφέρουν είναι να αποδιοργανώσουν κάθε έννοια Κράτους, Κοινωνικής Μέριμνας και Κοινωνικής Προστασίας, προς όφελος της ασύδοτης επικράτησης ιδιωτικών συμφερόντων. Και με δεδομένο ότι ο Ελληνικός Καπιταλισμός ουδέποτε υπήρξε επί της ουσίας παραγωγικός αλλά απλά μεταπρατικός, αυτό είναι ένα πολύ ανησυχητικό γεγονός. Αν δε, ληφθεί υπόψη ότι το σύνολο σχεδόν της Αυτοδιοίκησης Β’ βαθμού (εκεί όπου υπάρχουν και τα χρήματα, από τα Περιφερειακά Προγράμματα των ΕΣΠΑ) έχει περάσει στον έλεγχο της Δεξιάς και με δεδομένη την ανυπαρξία οργανωμένων δομών κοινωνικής και εργατικής αντίστασης, το μέλλον προμηνύεται μάλλον πολύ «σκοτεινό».
Λέω ότι η Ν.Δ. «θα επιχειρήσει να εφαρμόσει» το πρόγραμμά της και όχι «θα εφαρμόσει» διότι θεωρώ βέβαιο ότι θα υπάρξει αυθόρμητη κοινωνική αντίδραση στις απόπειρες της Κυβέρνησης να «περάσει» ακραία μέτρα και να εφαρμόσει «ακραίες» πολιτικές. Η αυθόρμητη αυτή αντίδραση, η οποία θα πολλαπλασιάζεται όσο η Ν.Δ. θα επιχειρεί να ανατρέπει και να ακυρώνει κοινωνικά κεκτημένα, θα δημιουργήσει συνθήκες ταξικής συνειδητοποίησης και θα πυροδοτήσει μια κοινωνική δυναμική, εξέλιξη που είναι σίγουρα θετική. Εδώ, βέβαια, θα παίξει σημαντικό ρόλο η ύπαρξη (απαραίτητη εκ των πραγμάτων) ενός σοβαρού, αξιόπιστου και οργανωμένου πολιτικού φορέα που θα μπορέσει να μετουσιώσει την κοινωνική αυτή δυναμική σε αποτελεσματική πολιτική δράση. Το να θα ακυρωθούν στην πράξη οι ανατροπές στα κεκτημένα που θα επιχειρήσει η Δεξιά, θα εξαρτηθεί από το πόσο αποτελεσματική θα είναι η λαϊκή αντίδραση.
Ας μην αγνοηθεί, επίσης, το ενδεχόμενο η Ν.Δ. να «βουτηχτεί» σχετικά σύντομα σε σκάνδαλα και ρεμούλες, σε διασπάθιση δημόσιου χρήματος και σε άνομες συναλλαγές. Είναι στο DNA της Δεξιάς να ταυτίζεται με σκάνδαλα και άνομη διαπλοκή, διότι οι δεξιοί έχουν εδραία την πεποίθηση ότι το Κράτος τους ανήκει, ότι είναι οι «νόμιμοι ιδιοκτήτες» της χώρας! Πόσο μάλλον τώρα που ισχύουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) το σφιχταγκάλιασμα και – καλύτερα – η ταύτιση της Ν.Δ. του Μητσοτάκη με την ντόπια παρασιτική ολιγαρχία, τα οποία είναι πρωτοφανή,
β) ο «παρασκηνιακός» έλεγχος της Δικαιοσύνης ο οποίος είναι πλέον αυταπόδεικτος, γεγονός που προσδίδει στους δεξιούς ένα αίσθημα ασφάλειας και ατιμωρησίας,
γ) η αυτοδυναμία, η οποία τους δίνει την «ψευδαίσθηση» ότι έχουν όλο το πεδίο ελεύθερο να λειτουργήσουν κατά το δοκούν και ανεξέλεγκτοι,
δ) η ακόρεστη βουλιμία τους για άσκηση εξουσίας και για ανεμπόδιστη πρόσβαση στα Δημόσια Ταμεία, η οποία τους κάνει να μην κρατούν ούτε τα προσχήματα – όπως έπραξαν ουκ ολίγοι υποψήφιοί τους στην προεκλογική περίοδο.
Τα σκάνδαλα, λοιπόν, τα οποία με μαθηματική ακρίβεια θα ενσκήψουν, θα δημιουργήσουν έντονα προβλήματα στην νέα Κυβέρνηση και θα αποδομήσουν την κυριαρχία της και θα εξανεμίσουν την όποια κοινωνική αποδοχή.
Εδώ είμαστε και θα τα δούμε…
Η επικράτηση της Ν.Δ. οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην απόλυτη επικοινωνιακή της επικράτηση. Η επικοινωνιακή εκστρατεία της Ν.Δ. ήταν αδιανόητη από άποψη μεγέθους και – συνεπώς – κόστους. Το σύνολο σχεδόν του μηντιακού δυναμικού είχε στρατευθεί στο πλευρό της Ν.Δ. Οι μέθοδοι που μετήλθαν ήταν απίστευτοι, τόσο σε πλήθος όσο και σε ποικιλομορφία. Η παραγωγή fake news ήταν πρωτοφανής (ποιος ξεχνάει π.χ. τον «δημοσιογράφο» Λοβέρδο, τον αρχιερέα των fake news, ο οποίος αφού πρώτα «πέταγε» την «είδηση» εν συνεχεία – και αφού είχε δημιουργηθεί η αρχική αρνητική εντύπωση – τα «μάζευε» ή ακόμα τον Κεφαλογιάννη που σε πανελλήνια τηλεοπτική μετάδοση αναπαρήγαγε το αισχρό fake new της φωτογραφίας των δικτατόρων με τον – υποτίθεται – πατέρα του Τσίπρα. Το ότι αναγκάστηκε να τα μαζέψει λίγο αργότερα και να ανακαλέσει, ουδόλως επηρέασε. Η αρνητική εντύπωση είχε ήδη δημιουργηθεί. Σύγχρονες μορφές του παλιού κλασικού γκαιμπελικού «ρίξε ρίξε λάσπη – όλο και κάτι θα μείνει…»).
Στον ανελέητο επικοινωνιακό πόλεμο που είχαν στήσει τα μηντιακά «μαγαζιά» (τηλεοπτικά κανάλια, ραδιοφωνικοί σταθμοί, εφημερίδες πανελλήνιας ή τοπικής κυκλοφορίας, sites, blogs, social media κ.ο.κ.) απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποίησαν ακόμα και το τρολλάρισμα, την χυδαιολογία και τη διακωμώδηση, την με κάθε μέσο αποδόμηση, συκοφάντηση και γελοιοποίηση του πρωθυπουργού (κυρίως) και των στελεχών της Κυβέρνησης. Αναλογιστείτε με πόση ευκολία και πόσες φορές αποκαλούσαν «ψεύτη» τον πρωθυπουργό…
Εκτός αυτών, η παραποίηση αλλά και η απόκρυψη γεγονότων ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ποιος θα μπορούσε και με ποιον τρόπο, άραγε, να αντιμετωπίσει την επικοινωνιακή αυτή καταιγίδα;
Ούτε ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου είχε καταφέρει να αντιμετωπίσει την αντίστοιχου ύφους και μεγέθους (ανάλογα με τα διαθέσιμα μέσα εκείνης της εποχής, βέβαια) επιχείρηση σπίλωσης και κατασυκοφάντησης («σιδερένιος», «pampers» κλπ.), ούτε ο Γιώργος Παπανδρέου (ΓΑΠ) είχε καταφέρει να αντιμετωπίσει μιαν αντίστοιχη μαζική εκστρατεία αποδόμησής του («Τζέφρυ», «ποδήλατο» κλπ.).
Αυτό όμως που είναι κοινό και στις τρεις αυτές προσωπικότητες και στις τρεις αυτές περιπτώσεις (Ανδρέας, ΓΑΠ, Τσίπρας), είναι ότι ο ανελέητος αυτός πόλεμος εναντίον τους ξεκίνησε και γιγαντώθηκε όταν οι πολιτικές τους έθιξαν επί της ουσίας τα «κατεστημένα» συμφέροντα της ντόπιας ολιγαρχίας. Γνωστά τα γεγονότα, για να αναφερθεί ένα μόνο παράδειγμα από κάθε περίοδο: απόπειρα «διεμβολισμού» του ιδιότυπου καρτέλ των μέσων ενημέρωσης (Ανδρέας), «κοινές» και «προνομιούχες» μετοχές των ανακεφαλαιοποιημένων τραπεζών (ΓΑΠ), κοστολόγηση της παραχώρησης των δημόσιων συχνοτήτων της τηλεόρασης (Τσίπρας) κ.ο.κ.
Και αν για τον Ανδρέα επιφύλαξαν Ειδικό Δικαστήριο, για τον ΓΑΠ δεν χρειάστηκε διότι «έκανε πίσω» μόνος του. Για τον Τσίπρα θα δείξει, τι του επιφυλάσσουν… Οι απειλές πάντως για «φυλακές» έχουν ήδη εκτοξευθεί (π.χ. από τον Άδωνη Γεωργιάδη) χωρίς ποτέ να «μαζευτούν» από την ηγεσία της Ν.Δ. Ίδωμεν…
Όπως συμπεραίνω, απ’ όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η Ν.Δ. έχει μπροστά της μια σχετικά «άνετη» 4ετία, εκτός εάν η κοινωνική αντίδραση και αντίσταση στις επερχόμενες πολιτικές ανατρέψει τα σημερινά δεδομένα.
3. Ο ΣΥΡΙΖΑ, τώρα: Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε, αλλά χωρίς να υποστεί τη συντριβή που σχεδόν όλοι προανήγγειλαν (και ενδόμυχα, πολλοί, επιθυμούσαν). Η απώλεια ενός ποσοστού της τάξης του 4% μετά από 4 χρόνια διακυβέρνησης (τα 3, σχεδόν, εκ των οποίων ήταν σε πλαίσιο μνημονιακών δεσμεύσεων και επιτροπείας) δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση «συντριβή». Θυμίζω ότι και το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα έχασε περίπου 3,5% από το 1981 μέχρι το 1985, μετά από 4 χρόνια διακυβέρνησης (μιας άκρως φιλολαϊκής και επιτυχημένης περιόδου διακυβέρνησης).
Το καίριο όμως σημείο δεν είναι εκεί. Το καθοριστικό ζήτημα έγκειται στο εάν ο ΣΥΡΙΖΑ, με τη μορφή που έχει, θα μπορέσει ποτέ να εδραιωθεί ως ο κύριος εκφραστής της Δημοκρατικής Προοδευτικής Παράταξης στη χώρα μας. Εάν θα μπορέσει να αποτελέσει το μεγάλο, πλειοψηφικό, μαζικό και νικηφόρο πολιτικό σχηματισμό που θα ανατρέψει τη Δεξιά και θα προωθήσει την υπόθεση του Σοσιαλισμού.
Θεωρώ πως δεν μπορεί. Οι εγγενείς ανεπάρκειές του, σε επίπεδο τόσο οργανωτικό, όσο και ιδεολογικό, δεν μπορούν να συμβάλλουν σ’ αυτό το ζητούμενο.
Εξηγούμαι: Ο ΣΥΡΙΖΑ, η μετεξέλιξη στην ουσία του «Συνασπισμού της Αριστεράς & της Προόδου», «κουβαλώντας» όλες τις παθογένειες, τις αγκυλώσεις και τις ιδεοληψίες του ΚΚΕ εσωτερικού, παρέμενε εγκλωβισμένος σε μια σεχταριστική και «ελιτίστικη» αντίληψη της πολιτικής δράσης. Η δε εκλογική γιγάντωσή του (η οποία είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη της εξουσίας του 2015) δεν επήλθε παρά μόνο με τη μαζική ψήφισή του από εκατοντάδες χιλιάδες δημοκρατικούς πολίτες, πρώην ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ. Όμως ο «μηχανισμός» του ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε ποτέ να αξιοποιήσει αυτή την πολιτική «μετάγγιση» και να μαζικοποιήσει τις Οργανώσεις του, να αποκτήσει διαλεκτική σχέση με την κοινωνία. Προς τιμήν του ο Τσίπρας – έστω και χθες το βράδυ, «κατόπιν εορτής», βέβαια – το αναγνώρισε και μίλησε για την ανάγκη δημιουργίας ενός μαζικού δημοκρατικού φορέα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δικαιολόγησε τον τίτλο του. Δεν ριζοσπαστικοποίησε την κοινωνία και το Κίνημα, παρά μόνο έβαλε στην ατζέντα ορισμένα ζητήματα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν «περιθωριακά» (π.χ. ΛΟΑΤΚΙ, μεταναστευτικό). Όμως, ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, είναι η εδραίωση μιας διαφορετικής ρηξικέλευθης αντιμετώπισης της συγκυρίας, η εναλλακτική προοπτική, η δημιουργία συνθηκών διαρκούς «αμφισβήτησης» της καταστημένης αντίληψης. Και στην κατεύθυνση αυτή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τα κατάφερε. Βέβαια, δεν είναι και εύκολο να καταφέρεις να «ριζοσπαστικοποιήσεις» μια συντηρητική κοινωνία, με χρόνιες «αγκυλώσεις», όταν δεν διαθέτεις το κατάλληλο δυναμικό και τους κατάλληλους μηχανισμούς…
Η «Προοδευτική Συμμαχία», η οποία ξεκίνησε τον Μάρτιο, δεν συνέβαλε στην κατεύθυνση δημιουργίας αυτού του μαζικού πολιτικού φορέα της Αριστεράς, που ήταν απαραίτητο να αντιπαρατεθεί στη διαφαινόμενη Δεξιά επέλαση. Δεν συνέβαλε, αφενός γιατί ήταν πολύ καθυστερημένη η συγκρότησή της, αφετέρου έγινε σε λάθος βάση. Χωρίς πολιτική και προγραμματική ώσμωση – που θα οδηγούσε στην πολιτική ομογενοποίηση, χωρίς οργανωτική δομή. Με λίγα λόγια, χωρίς ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο. Παρέμεινε απλά μια συγκυριακή άθροιση προσώπων (ούτε καν πολιτικών), απόπειρα εξ αρχής καταδικασμένη. Too little, too late…
Η δημιουργία ενός πολιτικού φορέα που θα εκφράσει συνολικά την Δημοκρατική, Αριστερή, Προοδευτική Παράταξη της χώρας, είναι ένα εγχείρημα που πρέπει να στηρίζεται σε ορισμένα θεμελιώδη χαρακτηριστικά, όπως, επιγραμματικά, θα αναφέρω στη συνέχεια. Πριν όμως θέλω να τονίσω ότι σκόπιμα αποφεύγω τη χρήση των όρων «Κεντροαριστερά», «Προοδευτικό Κέντρο» ή «Σοσιαλδημοκρατία», διότι οι μεν δύο πρώτοι, θεωρώ, ότι είναι ανιστόρητοι, ο δε τρίτος δεν νομίζω ότι μπορεί να εκφράσει τη σημερινή αναγκαιότητα. Η αναγκαιότητα είναι για έναν γνήσιο Σοσιαλιστικό Φορέα, θεμελιωμένο στα ιδεώδη της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης, του πατριωτισμού, της ισότητας.
Εφόσον εκ των πραγμάτων ο νέος πολιτικός φορέας θα πρέπει να «συστεγάσει» προσωπικότητες, στελέχη, πολιτικές, με διακριτές διαφορές (και στο βαθμό που είναι ζητούμενο η διατήρηση της πολιτικής διακριτότητας), θα πρέπει να διαθέτει το μηχανισμό εκείνο που θα διασφαλίζει την τελική ομογενοποίηση των διαφόρων συνιστωσών. Η «Εθνική Λαϊκή Ενότητα», με σύγχρονους βέβαια όρους, προϋποθέτει αφενός την ύπαρξη μιας προγραμματικής συμφωνίας, αφετέρου εξασφαλίζει την αποτελεσματική συστράτευση όλων στην κατεύθυνση ενός κοινού στόχου, ενός κοινού Οράματος. Και το Όραμα είναι απαραίτητο να υπάρχει.
Όπως επίσης απαραίτητος είναι ο «καταλύτης» που θα εξασφαλίσει την αποτελεσματική διάδραση και την κοινή δράση των συνιστωσών. Και ο καταλύτης αυτός είναι το «Ενιαίο Κέντρο Καθοδήγησης», προσαρμοσμένο ανάλογα, βεβαίως, στη σύγχρονη πραγματικότητα.
Ο νέος φορέας πρέπει να είναι μαζικός. Πρέπει να ξαναπιάσει το νήμα της επικοινωνίας και της διαλεκτικής σχέσης με την κοινωνία, με όλες τις λαϊκές δυνάμεις, με τα πλατιά στρώματα των «μη προνομιούχων». Ενδεχομένως η σημερινή εποχή να μην ευνοεί την δημιουργία οργανώσεων βάσης «λενινιστικού» τύπου (όπως τις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80) αλλά να επιβάλλει την εφαρμογή νέων, καινοτόμων και πιο άμεσων μεθόδων επικοινωνίας και συμμετοχής. Σίγουρα, όμως, η αλληλεπίδραση με τη βάση και η πλατιά δημοκρατική λειτουργία είναι απαραίτητοι όροι για τη δημιουργία και την εδραίωση του μαζικού, νικηφόρου πολιτικού φορέα της Προοδευτικής Παράταξης.
Όμως, αυτή η συζήτηση πρέπει να ανοίξει, από όλους τους «εμπλεκόμενους» στην υπόθεση της Αριστεράς, της Δημοκρατικής Παράταξης. Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή ούτε το κατάλληλο σημείο να επεκταθώ περισσότερο. Όμως, λέω μόνο τούτο: ότι οι σημερινές συνθήκες ευνοούν την δημιουργία ενός νέου σχήματος, στα χνάρια και στις παρακαταθήκες της μετεμφυλιακής ΕΔΑ και του μεταδικτατορικού ΠΑΣΟΚ. Με σύγχρονους, όμως, όρους και χαρακτηριστικά.
4. Το ΚΙΝΑΛΛ, ως ένα υβρίδιο χωρίς σαφή στρατηγική στόχευση, χωρίς Όραμα και σχέδιο, αφού κινήθηκε επί μακρόν μεταξύ της ευθείας συμπόρευσης με τη Ν.Δ. και της καθολικής αντιπαράθεσης με τον ΣΥΡΙΖΑ, ισορρόπησε (;) σε μια «φιλική» προς τη Ν.Δ. ουδετερότητα. Η αυτοδυναμία της Ν.Δ. έβγαλε τη Φώφη Γεννηματά και το ΚΙΝΑΛΛ από την άβολη θέση να υποστούν την μέγιστη ντροπή της στήριξης της Κυβέρνησης του Μητσοτάκη. Υπό αυτή την έννοια, όλοι τους θα ένιωσαν, φαντάζομαι, μια τεράστια ανακούφιση μόλις συνειδητοποίησαν ότι η Ν.Δ. επιτυγχάνει την αυτοδυναμία. Όμως η πολιτική και προγραμματική του ένδεια, το γεγονός ότι το ΚΙΝΑΛΛ είναι ένας σχηματισμός έρμαιο των προσωπικών στρατηγικών των μεγαλο-στελεχών του, η απουσία στρατηγικής συμμαχιών με τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο και το απροκάλυπτο «φλερτάρισμα» με τη Δεξιά εγγυώνται την σταδιακή αποδρομή του, έως την εξαΰλωσή του. Χαρακτηριστικό της αφερεγγυότητας του ΚΙΝΑΛΛ και της αναιμικής επιρροής του στα πλατιά στρώματα των δημοκρατικών πολιτών είναι η ελάχιστη αύξηση που κατέγραψε στις εκλογές. Αυτό που βαυκαλίζονται τα στελέχη του ΚΙΝΑΛΛ, ότι εδραιώθηκαν ως ένας διακριτός πόλος και ότι κατοχύρωσαν την πολιτική τους αυτονομία, θα αποδειχθεί φρούδα ελπίδα, πολύ σύντομα. Κι όχι γιατί δεν μπορεί να υπάρξει ένας – μικρότερος, μεν, αλλά διακριτός – τρίτος «παίκτης» στο νέο δικομματικό σκηνικό, αλλά γιατί τον ρόλο αυτόν δεν μπορεί να τον διαδραματίσει ΑΥΤΟ το ΚΙΝΑΛΛ.
Προσωπικά, δεν βλέπω μέλλον στο εγχείρημα ΚΙΝΑΛΛ. Πιθανά, η μετεξέλιξή του όποιου τμήματος απομείνει – διότι προοιωνίζεται μαζική μετακίνηση ψηφοφόρων του στο νέο, υπό δημιουργία, σχήμα της Προοδευτικής Παράταξης, να είναι η συμμετοχή του σε έναν νέο Φορέα, αμιγώς φιλελεύθερο, με όσα αντίστοιχου προσανατολισμού στελέχη αποχωρήσουν από τη Ν.Δ., όταν αρχίσει κι αυτής το φυλλορρόημα… Εξάλλου, σε μια δυτικοευρωπαϊκή αστική δημοκρατία, οι φιλελεύθεροι σχηματισμοί είναι «ευπρόσδεκτοι» από το σύστημα, ως ο απαραίτητος εταίρος – μπαλαντέρ.
5. Το Κομμουνιστικό Κόμμα αποτελεί πάντα ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο σε κάθε ανάλυση της πολιτικής συγκυρίας στην μεταδικτατορική Ελλάδα. Ένα ιστορικό Κόμμα, που έχει προσφέρει πολλά στην υπόθεση της Αριστεράς στον τόπο, που για μεγάλα διαστήματα εγκολπώθηκε το σύνολο του προοδευτικού δυναμικού στη χώρα, που έχει προσφέρει όχι μόνο στρατιές αγωνιστών της υπόθεσης της Δημοκρατίας και του Σοσιαλισμού, αλλά έχει ποτίσει με αίμα το δέντρο της Ελευθερίας της χώρας, πλέον έχει μετατραπεί σε ένα κόμμα χωρίς σύγχρονο λόγο, χωρίς αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση για τη σημερινή συγκυρία. Εγκλωβισμένο σε ιδεοληψίες παλαιότερων δεκαετιών αρνείται πεισματικά να παρακολουθήσει τη σημερινή ραγδαία μεταβαλλόμενη πραγματικότητα και, συνεπώς, αδυνατεί να προσαρμοστεί και να διατυπώσει πρόταση που θα συνεγείρει τις μάζες – όπως συνέβαινε παλαιότερα. Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω τον όρο «απολίθωμα» διότι οι αξίες και οι αρχές που διέπουν το ΚΚΕ είναι διαχρονικές και παναΝθρώπινες. Ο λόγος του και η πρακτική του – η οποία δεν ευνοεί τις όποιες συνεργασίες ή συμμαχίες – είναι αυτός που κρατά το ΚΚΕ στάσιμο, σε ποσοστά γύρω στο 5% επί σειρά εκλογικών αναμετρήσεων. Και μάλιστα σε ένα περιβάλλον που θα ευνοούσε την αύξηση της εκλογικής απήχησής του…
6. Βελόπουλος: Ήταν Χριστού θέλημα να μπει στη Βουλή! Στα σοβαρά τώρα, «κόμμα» (λέμε τώρα…) με αρχηγό κάποιον που πουλούσε γνήσιες χειρόγραφες επιστολές του Χριστού και παίρνει ποσοστό 3,5% και μπαίνει στη Βουλή δείχνει το μέγεθος της βαθιάς πνευματικής και πολιτισμικής κρίσης που διέρχεται ο τόπος. Δεν θέλω να σπαταλήσω περισσότερο χρόνο και μελάνι, δεν αξίζει τον κόπο. Θα τον αποβάλει η ίδια η εξέλιξη. Αφού βεβαίως διαδραματίσει πρώτα τον σκοπό για τον οποίον υπάρχει: να στεγάσει σε ένα πιο «συστημικό» σχήμα τα απομεινάρια της ναζιστικής και ακροδεξιάς πανίδας.
7. Ο Βαρουφάκης, ένας δανδής με υπερφίαλο και αλαζονικό στυλ και ύφος ομιλίας, ένας «αντισυστημικός» εκ του ασφαλούς, ένας καθηγητής οικονομικών σε δευτερο-τριτοκλασάτα Πανεπιστήμια της Αυστραλίας, ανυπόληπτος στο πλαίσιο της διεθνούς ακαδημαϊκής κοινότητας των οικονομολόγων, αφού κατόρθωσε και «έπεισε» τον αρχικά αδαή Τσίπρα και παραλίγο να οδηγήσει τη χώρα σε πρωτοφανή καταστροφή (ως Υπουργός Οικονομικών), τελικά κατάφερε και «έπεισε» ένα ικανό τμήμα του πληθυσμού και «τρούπωσε» κι αυτός στο Κοινοβούλιο. Κατά την άποψή μου είναι μια – σε κάποιο βαθμό – αντίστοιχη περίπτωση με τον Βελόπουλο, στο πιο «αριστερό»… Θα τον περιθωριοποιήσει η ίδια η Ιστορία.
8. Ένα από τα πιο θετικά μηνύματα της κάλπης ήταν ότι η Χρυσή Αυγή έπαψε να έχει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Με την διαβόητη δίκη στο τελευταίο της στάδιο, η απουσία κοινοβουλευτικού μανδύα (και – ενδεχομένως – ασυλίας) οδηγεί τους ναζιστές στο περιθώριο και στην περαιτέρω συρρίκνωση, έως την οριστική εξαφάνισή τους. Όταν θα έρθουν δε και οι ποινές, θα γραφεί ο επίλογος σε μια περίοδο ντροπής για τον Κοινοβουλευτισμό στη χώρα μας. Επιτέλους.
9. Η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά είναι ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο, το οποίο δεν θα ήθελα να σχολιάσω στην παρούσα ανάρτηση. Η αντίφαση, από τη μια της εξαιρετικής ιδεολογικής διαπάλης και αντίθεσης και από την άλλη της ουσιαστικά μηδενικής εκλογικής αποτύπωσης, είναι ένα συνεχιζόμενο φαινόμενο το οποίο πρέπει να αναλυθεί με τη δέουσα προσοχή και σε ιδιαίτερο χώρο.
Κλείνοντας την μακροσκελή ανάλυση έχω να προσθέσω μόνο:
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ. ΠΑΝΤΑ.
ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ 2019: ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
8 Ιουλίου 2019

