Οι μέχρι σήμερα ακολουθούμενες, στη χώρα μας, πολιτικές, στον τομέα της παραγωγικής διάρθρωσης και της αναπτυξιακής στρατηγικής είχαν τα εξής χαρακτηριστικά:
– Την έλλειψη σοβαρού, ολοκληρωμένου και τεκμηριωμένου σχεδιασμού και προγραμματισμού, με αποτέλεσμα να κυριαρχήσουν φαινόμενα απορρύθμισης από την απόλυτη κυριαρχία των αντιλήψεων και των πρακτικών της «ελεύθερης αγοράς».
– Τον υπέρμετρο δανεισμό και την σπατάλη των κοινοτικών πόρων είτε σε επιδοματικές παροχές είτε σε αποσπασματικές παρεμβάσεις χωρίς την σχεδιασμένη δημιουργία συνεργειών και – εν τέλει – χωρίς την επίτευξη αειφορίας.
– Τις χωρίς σχέδιο αποσπασματικές ιδιωτικοποιήσεις ακόμα και στρατηγικής σημασίας δομών του δημόσιου τομέα.
– Τη στήριξη κλάδων (π.χ. οικοδομή, αγορά αυτοκινήτων κλπ.) που επηρεάζονται άμεσα από την ρευστότητα του διεθνούς περιβάλλοντος (χωρίς τον ανάλογο «κρατικό προστατευτισμό»), με αποτέλεσμα την κατάρρευση μεγάλου ποσοστού της συνολικής εθνικής παραγωγικής βάσης.
– Την ενίσχυση υπηρεσιών με χαμηλή προστιθέμενη αξία (προώθηση – από τις τράπεζες, με τις «ευλογίες» της υπεύθυνης πολιτικής ηγεσίας – ενός άκρατου καταναλωτικού προτύπου), με αποτέλεσμα την μη τροφοδότηση παραγωγικών και ανταποδοτικών επενδύσεων.
Η επί εικοσαετία εφαρμογή των παραπάνω πολιτικών είχε ως αποτέλεσμα την αφυδάτωση της παραγωγής και συνακόλουθα τον υπερδανεισμό για την κάλυψη των διαρκώς αυξανόμενων ελλειμμάτων αλλά και την διαρκή υποβάθμιση βασικών κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών.
Για το «μοντέλο» αυτό την ευθύνη φέρει η ντόπια μεταπρατική – και ουδόλως παραγωγική – τάξη των ελλήνων κεφαλαιοκρατών, οι οποίοι είχαν διαποτιστεί από αυτή την νοοτροπία και τον τρόπο «επιβίωσης» και γιγάντωσης των κερδών τους, δηλαδή την παρασιτική μεταπρατική λειτουργία, χωρίς ουσιαστική αναπτυξιακή προοπτική. Ευθύνες φέρουν όμως και μια σειρά από πολιτικούς, οι οποίοι διαδραμάτισαν καίριο ρόλο στην διαχείριση των κρατικών θεμάτων και στην διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου που ευνοούσε (και ευνοεί) την ύπαρξη και συνέχιση τέτοιων φαινομένων.
Οι πόροι των δημόσιων επενδύσεων (ΠΔΕ) αντί να διοχετεύονται σε δημιουργία σχεδιασμένων υποδομών εξυπηρέτησης παραγωγικών επενδύσεων, διασπαθίστηκαν σε άχρηστα έργα και παρεμβάσεις χωρίς αναπτυξιακό αντίκρυσμα, εξυπηρετώντας την αντιπαραγωγική και «κομπραδόρικη» φυσιογνωμία του ντόπιου κεφαλαιοκρατικού κατεστημένου.
Τι πρέπει να γίνει;
Να εκπονηθεί και να εφαρμοστεί Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Ανάπτυξης με Τομεακή – Κλαδική εξειδίκευση, 5ετούς διάρκειας και με χρονοδιάγραμμα το οποίο θα περιλαμβάνει ενδιάμεσα σημεία επαναξιολόγησης.
Να γίνει κατανομή των πόρων του ΠΔΕ βάσει αυτού του σχεδίου ΜΟΝΟ σε έργα και δράσεις που θα εντάσσονται στο παραπάνω πλαίσιο και θα συνεισφέρουν – τεκμηριωμένα – στην αειφορία. Να μπει επιτέλους ένα τέλος στη σπατάλη πόρων σε άχρηστα έργα και σε παρεμβάσεις που δεν εξυπηρετούν απολύτως τίποτα.
Για την κατάρτιση αυτού του Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου Παραγωγικής Ανασυγκρότησης της χώρας πρέπει να υπάρξουν τομεακές και κλαδικές εξειδικεύσεις, βασισμένες στους παρακάτω άξονες-προτεραιότητες. Ειδικότερα για τον πρωτογενή και τον δευτερογενή τομέα οι προτεραιότητες και η στρατηγική είναι καθοριστικής σημασίας, κανένα κράτος δεν έχει επιτύχει τη στήριξη μιας σταθερής και μέσο-μακροπρόθεσμης ανάπτυξης χωρίς κάποιες σταθερές βάσεις στους τομείς αυτούς.
Πρωτογενής Τομέας
1. Ενίσχυση των συνεταιριστικών δομών ως το μόνο βιώσιμο μοντέλο εξασφάλισης ανταγωνιστικότητας και βιωσιμότητας.
2. Κατοχύρωση «παραγωγικής ταυτότητας» στα αγροτικά προϊόντα, με την προώθηση βιολογικών καλλιεργειών και προϊόντων ετικέτας υψηλής ποιότητας.
3. Διοχέτευση των χρηματοδοτικών πόρων και της παρεχόμενης υποστηρικτικής τεχνογνωσίας σε αναδιαρθρώσεις καλλιεργειών και αναδιοργάνωση των παραγωγικών δομών.
4. Δημιουργία Αγροτικού Επιμελητηρίου.
Δευτερογενής Τομέας
1. Βασικός πυλώνας για το δευτερογενή τομέα προτείνεται να είναι η «πράσινη ανάπτυξη» διά της παραγωγής από βιομηχανίες στη χώρα μας, ελληνικών καινοτόμων μηχανημάτων και εφευρέσεων, βιομηχανικών εφαρμογών του πρωτογενούς τομέα, εξαρτημάτων που απαιτούνται για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), καθώς και για τις εξορυκτικές δραστηριότητες, με την παροχή ισχυρών κινήτρων πολλών ειδών για τέτοιου είδους επενδύσεις. Καθοριστικής σημασίας είναι η θεσμοθέτηση ελληνικής ΑΟΖ.
2. Επικαιροποίηση, εξειδίκευση και εφαρμογή του Γενικού και των Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης με ενίσχυση μεταποιητικών δραστηριοτήτων συμβατών με τις προτεραιότητες αυτές.
3. Προώθηση ολοκληρωμένου μοντέλου βιομηχανικών χωροθετήσεων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των εγκατεστημένων επιχειρήσεων, την βελτιστοποίηση των λειτουργικών τους συνθηκών, την ενιαία φορολογική τους αντιμετώπιση, την περιβαλλοντική προστασία. Επίσης θα ενισχύσει με τρόπο οργανωμένο την ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας.
4. Την υποστήριξη και ενίσχυση της καινοτομίας και της τεχνολογίας αιχμής στην παραγωγική διαδικασία μέσω εφαρμογής μοντέλων και δομών συνέργειας μεταξύ έρευνας και παραγωγής, με στόχο να προωθηθούν προϊόντα τεχνολογικής καινοτομίας που θα κατοχυρώσουν τη χώρα στον διεθνή καταμερισμό.
5. Ενίσχυση των μικρών και μεσαίων μεταποιητικών επιχειρήσεων, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά και προσδίδουν τη φυσιογνωμία στο παραγωγικό πρότυπο της χώρας, μέσω της ενίσχυσης της συνεργατικότητας, των συμπράξεων και των συνεταιρισμών και της χρηματοδότησης από τραπεζικά ιδρύματα δημοσίου ενδιαφέροντος με ευνοϊκότερους όρους (βλ. σημείο 5 του Δημόσιου Τομέα).
6. Προώθηση πολιτικής καθιέρωσης Προτύπων Ποιότητας σε όλα τα προϊόντα του Τομέα.
Τριτογενής τομέας
Βασικό πρότυπο του τομέα των υπηρεσιών πρέπει να είναι η τεχνολογία και η καινοτομία, σε κάθε κλάδο του τριτογενούς τομέα. Η καθιέρωση της χώρας ως πρωτοπόρου στην Ευρώπη σε υπηρεσίες και προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, και καινοτομίας, καθώς και στην ενίσχυση της ερευνητικής δραστηριότητας μέσω της εξασφάλισης προσβασιμότητας στην παραγωγή, αποτελούσαν για το ΠΑΣΟΚ προτεραιότητα στρατηγικής σημασίας από την δεκαετία του 80. Πλέον είναι όρος επιβίωσης.
1. Δημιουργία και επέκταση τεχνολογικών και επιχειρηματικών χωροθετήσεων («Πάρκων»), ως απαιτούμενη προϋπόθεση για την δημιουργία διαδράσεων, συνεργειών και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας.
2. Προώθηση πολιτικής καθιέρωσης Προτύπων Διαδικασιών σε όλες τις υπηρεσίες του Τομέα.
3. Προώθηση μοντέλου «συνεργατικών – συνεταιριστικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών» με συμμετοχή – σύμπραξη επιστημόνων και τοπικής αυτοδιοίκησης.
4. Ενίσχυση των τουριστικών επενδύσεων, ενταγμένων όμως στο Γενικό και στα Ειδικά Πλαίσια και Σχέδια Χωροταξικής Οργάνωσης.
5. Ανοιγμα όλων των «κλειστών» επαγγελμάτων, με όρους και προϋποθέσεις που θα εξασφαλίζουν την ελεύθερη πρόσβαση και θα καταργούν εν τοις πράγμασι φαινόμενα «καρτέλ», αλλά που παράλληλα θα εξασφαλίζουν την απαιτούμενη ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και προϊόντων.
6. Εφαρμογή στοχευμένων πολιτικών που θα οδηγούν στον σταδιακό μετασχηματισμό του ελεύθερου επαγγέλματος προς τη εταιρική και συνεταιριστική μορφή άσκησής του.
Δημόσιος Τομέας
Ο Δημόσιος Τομέας πρέπει να αποκτήσει τον ρυθμιστικό και «κανονιστικό» του ρόλο.
1. Επαναοριοθέτηση και προσδιορισμός του μεγέθους, της φυσιογνωμίας και του ρόλου του Δημόσιου Τομέα και περιγραφή-οριοθέτηση των υπηρεσιών που θα παρέχει, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας συνοχής και αλληλεγγύης. Το δημόσιο πρέπει να επανακτήσει και να διατηρήσει το δημόσιο έλεγχο όλων των κρίσιμων και στρατηγικής σημασίας κλάδων ή να έχει – έστω – ρυθμιστικού χαρακτήρα παρέμβαση σε αυτούς, όπως υποδομές, επικοινωνίες, τραπεζικός τομέας, μεταφορές, έρευνα και τεχνολογία, δυνατότητα αναχρηματοδότησης κρίσιμων μονάδων του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα.
2. Στο πλαίσιο του παραπάνω μπορούν να προωθηθούν στοχευμένες και σχεδιασμένες συμπράξεις του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα.
3. Επαναξιολόγηση όλων των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα με στόχο την επαναδιάταξη του προσωπικού στις υπάρχουσες θέσεις, ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες της κάθε υπηρεσίας και του κάθε φορέα.
4. Συνταγματική θωράκιση της λειτουργίας του ΑΣΕΠ και της αποκλειστικής αρμοδιότητάς του στις προσλήψεις στον δημόσιο τομέα. Εδώ είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η διασφάλιση (με συνταγματική κατοχύρωση) των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και όρο ομαλής λειτουργίας της παραγωγικής δομής της χώρας.
5. Επανάκτηση του δημοσίου ελέγχου συγκεκριμένων τμημάτων του τραπεζικού τομέα με στρατηγικής σημασίας ρυθμιστικό ρόλο (π.χ. ΑΤΕ, ΤΤ, ακόμα-ακόμα και ΕΤΒΑ). Σε περίπτωση αδυναμίας επανάκτησης, δημιουργία αντίστοιχου τραπεζικού «βραχίονα». Διασφάλιση της βιωσιμότητας και ενίσχυση του ρόλου των Συνεταιριστικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων.
6. Προώθηση Εθνικού Σχεδίου Διαχείρισης Πολιτιστικού Αποθέματος μέσω της δημιουργίας Οργανισμού «Πολιτιστική Αυτοδιοίκηση», ώστε να αναδειχθεί και αξιοποιηθεί το καλλιτεχνικό και εν γένει πολιτιστικό δυναμικό της χώρας, μέσω συνεργειών και βάσει προδιαγραφών.
7. Κατάρτιση επιχειρησιακού σχεδίου σε κάθε υπηρεσιακή μονάδα του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, το οποίο θα πρέπει να εφαρμόζεται, να τηρείται και να λογοδοτούν όλοι επ’ αυτού. Να δίνεται η δυνατότητα σύνδεσης του μισθού με την παραγωγικότητα στις παραγωγικές μονάδες του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, στο πλαίσιο απόδοσης παραγωγικών κινήτρων.
8. Εφαρμογή της καινοτομίας για επιχειρηματικό σύμβουλο από το δημόσιο, κατά κύριο λόγο, στον μικρομεσαίο επενδυτή-επιχειρηματία που θα επωμίζεται την ολοκλήρωση των ενεργειών έναρξης της εταιρείας, την παροχή συμβουλών κτλ. Η υπηρεσία αυτή εντάσσεται στην προτεινόμενη – από τους «Ελληνες Σοσιαλιστές» – θεσμοθέτηση δημοσίου υπαλλήλου ως μόνου υπόλογου-χειριστή των υποθέσεων του κάθε πολίτη απέναντι στο κράτος (one stop shop).
Κοινωνικός Τομέας
Ο «Κοινωνικός Τομέας» είναι ένα εφεύρημα των τελευταίων 10-15 χρόνων και στην ουσία έχει «αλωθεί» και αλλοιωθεί η φυσιογνωμία του από διάφορα παρασιτικά μορφώματα της – επονομαζόμενης – «Κοινωνίας των Πολιτών». Η εμφάνισή του δε, ήρθε να καλύψει την αδυναμία του Κράτους (ηθελημένη η μη) να προσφέρει τις κοινωνικές υπηρεσίες που οφείλει εκ του ρόλου του.
Η κοινωνική προσφορά αποτελεί κατά βάση καθήκον του Κράτους, στο πλαίσιο της ανταπόδοσης της φορολογίας. Οι «αυτοδιαχειριστικές» πρωτοβουλίες πρέπει να υπάρχουν και να υποστηρίζονται από το Κράτος μόνο όταν ενισχύουν την κοινωνική αλληλεγγύη ή όταν συμβάλλουν (ουσιαστικά και τεκμηριωμένα) στον Εθνικό Στρατηγικό Αναπτυξιακό Σχεδιασμό. Σε κάθε άλλη περίπτωση πρέπει να λογίζονται και να αντιμετωπίζονται ως επιχειρηματικές ιδιωτικές πρωτοβουλίες.
Οι οργανώσεις και τα σχήματα της «Κοινωνίας των Πολιτών» θα πρέπει να βασίζονται ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ στην εθελοντική και μη ανταποδοτική προσφορά. Απαιτείται, λοιπόν, μια ουσιαστική και μελετημένη νομοθετική επαναδιατύπωση των όρων «κοινωνική οικονομία» και «κοινωνικός τομέας».

