Το Υπουργείο Πολιτισμού πρέπει να είναι ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος κρατικός Φορέας για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση όλων των δράσεων που συγκροτούν την Εθνική Στρατηγική για τον Πολιτισμό. Η Στρατηγική αυτή η οποία στοχεύει στην «προστασία και στην αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και στην ανάπτυξη του σύγχρονου πολιτισμού, καθώς και στην ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη», στις προηγούμενες Προγραμματικές Περιόδους υλοποιείτο τόσο μέσω Τομεακών Προγραμμάτων του ΥΠ.ΠΟ, όσο και Μέτρων σε Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα, αλλά και Κοινοτικές Πρωτοβουλίες.
Η χονδροειδέστατη «γκάφα» της απελθούσης Κυβερνήσεως της Ν.Δ. να μην κατοχυρώσει Τομεακό Πρόγραμμα για τον Πολιτισμό στο ΕΣΠΑ (Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς – 4η προγραμματική περίοδος 2007 -2013) διαμορφώνει – εκ των πραγμάτων – μια νέα πραγματικότητα σε ό,τι αφορά στην εφαρμογή του Εθνικού Αναπτυξιακού Σχεδίου για τον Πολιτισμό. Ολοι οι εμπλεκόμενοι (Φορείς και Υπηρεσίες) στον Τομέα του Πολιτισμού καλούνται πλέον να δραστηριοποιηθούν σε ένα νέο πλαίσιο, με πολλούς κινδύνους και αβεβαιότητες να ελλοχεύουν. Ο κίνδυνος συνίσταται κατά κύριο λόγο στην μετατόπιση του «κέντρου βάρους» της ευθύνης σχεδιασμού από τον καθ’ ύλην αρμόδιο (το ΥΠ.ΠΟ.) στις Γενικές Γραμματείες των Περιφερειών. Και ειδικά σε έναν τόσο ευαίσθητο αλλά και εξειδικευμένο Τομέα, τούτη η μετατόπιση μπορεί να καταστεί καταστροφική.
Καλώς ή κακώς, τα Κοινοτικά Προγράμματα αποτελούν τις τελευταίες δεκαετίες την – σχεδόν – αποκλειστική χρηματοδοτική πηγή δράσεων πολιτισμού. Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση στοχευμένων και συνεκτικών Προγραμμάτων Πολιτισμού (τόσο κεντρικά όσο και περιφερειακά, αλλά με την άμεση ευθύνη συντονισμού και γνωμοδότησης του ΥΠ.ΠΟ.) ήταν η μόνη δυνατότητα που έδινε αναπτυξιακή προοπτική στον Πολιτισμό και στην αξιοποίηση των πολιτιστικών πόρων. Πλέον, ακόμα και αυτό τίθεται εν αμφιβόλω…
Η νέα ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού βρίσκεται μπροστά σε μια αρκετά δύσκολη αλλά και κρίσιμη συγκυρία, την οποία πρέπει να διαχειριστεί επιτυχώς. Και η επιτυχής διαχείριση είναι που θα εξασφαλίσει και θα μεγιστοποιήσει τα προσδοκώμενα οφέλη τόσο στο επίπεδο της σχεδιασμένης και στοχευμένης αξιοποίησης πολιτιστικών πόρων, όσο και στην δημιουργία συνθηκών αειφορίας και ανάπτυξης. Ο Πολιτισμός – η κατά το κοινώς λεγόμενο – «βαριά βιομηχανία της πατρίδας μας, πρέπει και μπορεί να γίνει κινητήριος μοχλός, όχι μόνο της Ανάπτυξης αλλά και θεματοφύλακας της «Εθνικής μας Ταυτότητας», στους «χαλεπούς» καιρούς της ισοπεδωτικής παγκοσμιοποίησης. Μεγάλη η πρόκληση, μεγάλες οι αντιξοότητες, τεράστια τα οφέλη…
Τούτο το σημείωμα δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει εγχειρίδιο πολιτικών, απλά αποτελεί μια – κατά το δυνατόν – ουσιαστική και έντιμη αξιολόγηση. Αξιολόγηση δομών, θεσμών και πρακτικών, στην κατεύθυνση του εξορθολογισμού και της επικαιροποίησής τους, προκειμένου να λειτουργήσουν αποτελεσματικά στο πλαίσιο του Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου Ανάπτυξης για τον Πολιτισμό. Η συσωρευμένη εμπειρία από την επί σειρά ετών διαχείριση Μέτρων Πολιτισμού οδήγησε στον εντοπισμό και τη καταγραφή προβλημάτων και δυσλειτουργιών, η άρση των οποίων θα λειτουργήσει επ’ ωφελεία τόσο του ΕΣΠΑ όσο και του Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου για τον Πολιτισμό.
«Οσον αφορά στο Υπουργείο Πολιτισμού η πρότασή μας εστιάζεται επιγραμματικά στα εξής:
Το ΥΠ.ΠΟ. πρέπει να έχει την κεντρική ευθύνη για όλες τις δράσεις αξιοποίησης και ανάδειξης των πολιτιστικών και αρχαιολογικών πόρων. Με δεδομένη πλέον την ανυπαρξία Διαχειριστικής Αρχής και Τομεακού Προγράμματος, η υπάρχουσα δομή, με τεράστια εμπειρία αλλά και την θεσμική κατοχύρωση, πρέπει να μετατραπεί σε Εθνική Αρχή Συντονισμού για δράσεις και Μέτρα Πολιτισμού. Η Εθνική αρχή Συντονισμού θα έχει την κεντρική ευθύνη της διαμόρφωσης του Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου, της διαβούλευσης στο πλαίσιο του «Δημοκρατικού Προγραμματισμού», της θεσμοθέτησης κριτηρίων αξιολόγησης προτάσεων, της παρακολούθησης της λειτουργίας των χρηματοδοτούμενων παρεμβάσεων (είτε υποδομών, είτε δομών). Η διαβούλευση πρέπει να είναι δημόσια, ευρεία και ουσιαστική, στο πλαίσιο της κατάρτισης Επιχειρησιακού Προγράμματος για τον Πολιτισμό, με τους αρμόδιους Φορείς, τις ΜΚΟ, τα Επιστημονικά Ινστιτούτα αλλά και την Κοινωνία. Το νέο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα για τον Πολιτισμό, θα πρέπει να έχει στόχο την ολόπλευρη, ισόρροπη, δημοκρατική περιφερειακή ανάπτυξη, με ολιστική προσέγγιση τόσο στον σχεδιασμό όσο και στην προώθηση των έργων και των παρεμβάσεων. Πρέπει δε να κινείται τόσο στην κατεύθυνση δημιουργίας περιφερειακών και διαπεριφερειακών δικτύων, όσο και στη δημιουργία συνεργειών με τις υπόλοιπες κεντρικές εθνικές προτεραιότητες και στόχους. Βασικός στόχος πρέπει να είναι η αύξηση του ΑΕΠ και η δημιουργία θέσεων απασχόλησης – θεμελιώδεις παράμετροι της σκοπιμότητας χρηματοδότησης παρεμβάσεων από Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά Ταμεία.
Πρέπει να αξιολογηθούν όλοι οι περιφερειακοί πολιτιστικοί οργανισμοί που θα μπορούσαν να αποτελέσουν δυνητικούς φορείς υλοποίησης πολιτιστικών δράσεων, πιστοποίησή τους ύστερα από ουσιαστικό έλεγχο και θεσμική κατοχύρωση του ρόλου τους. Αρμόδιος Φορέας για την πιστοποίηση πρέπει να είναι κατ’ αρχήν το Υπουργείο Πολιτισμού, ύστερα από διαβούλευση με τις Διαχειριστικές Αρχές των Περιφερειών και των Τομεακών Προγραμμάτων. Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο ρόλος των λοιπών Δημόσιων Υπηρεσιών (Δήμοι, Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις) αλλά και της Εκκλησίας πρέπει να περιοριστεί σε καθαρά και απόλυτα δευτερεύοντα και επικουρικό επίπεδο, σε όλο το πλέγμα και το σύστημα υλοποίησης έργων πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Πρέπει δε να περιορίζεται μόνο στο επίπεδο της εκ των υστέρων λειτουργίας των έργων, βάσει βεβαίως προδιαγραφών και ελέγχων του ΥΠ.ΠΟ.
Το ζήτημα της λειτουργίας των έργων μετά την ολοκλήρωσή τους (αφορά σε υποδομές πολιτιστικού περιεχομένου) είναι από τα πλέον σημαντικά. Η μη λειτουργία των ολοκληρωμένων έργων συνιστά πρόβλημα τόσο απαξίωσης των ήδη ολοκληρωμένων υποδομών, επισείει δε τον κίνδυνο προστίμου (ή και επιστροφής των πιστώσεων) από την Ε.Ε. λόγω μη εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων. Είναι πράγματι κρίμα να απαξιώνονται αρχαιολογικοί χώροι (για τους οποίους έχουν δαπανηθεί εκατομμύρια €) και να χάνει η χώρα τη δυνατότητα πολύπλευρων ωφελειών (μέσω των συνεργειών που θα έπρεπε να αναπτύσσονται) επειδή η υποχρηματοδότηση των Φορέων Λειτουργίας δεν τους επιτρέπει να προχωρούν στην πρόσληψη του απαιτούμενου προσωπικού για την λειτουργία των χώρων αυτών (υποχρέωση που είχαν αναλάβει προκειμένου να κριθεί η πρόταση επιλέξιμη για χρηματοδότηση). Η μη εκπλήρωση της συνθήκης αυτής όχι μόνο θέτει σε κίνδυνο την συνολική χρηματοδότηση και επισείει τον κίνδυνο επιβολής μεγάλων προστίμων, ανοίγει επιπροσθέτως ένα «παράθυρο» «δημιουργικού μαγειρέματος» των πραγματικών στοιχείων απασχόλησης.
Πρέπει να γίνει συνολικός επανα-σχεδιασμός της κατανομής του προσωπικού (βάσει πραγματικών αναγκών) και – όχι απαραίτητα μέσω νέων προσλήψεων – να επιτευχθεί η επαρκής στελέχωση όλων των Υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού (Κεντρικών και Περιφερειακών). Ειδικά για τις περιφερειακές Υπηρεσίες (Εφορείες) το πρόβλημα είναι οξύτερο διότι καλούνται να ανταπεξέλθουν στον διπλό ρόλο τους, της καθημερινής λειτουργίας και της διαχείρισης των τρεχόντων θεμάτων αλλά και της επιτυχούς υλοποίησης των σχεδιαζόμενων αναπτυξιακών παρεμβάσεων.
Για να επιτευχθούν τα παραπάνω απαιτείται ουσιαστική αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης (από εθνικούς πόρους) των λειτουργικών αναγκών των Υπηρεσιών ώστε να δημιουργηθούν – επιτέλους – συνθήκες αξιοπρεπούς εργασίας.
Πρέπει να δημιουργηθούν καθετοποιημένες Τεχνικές Υπηρεσίες (ή Τμήματα) στις Περιφερειακές Υπηρεσίες – Εφορείες, στις οποίες η έλλειψη τεχνικών στελεχών αποβαίνει απαγορευτικός παράγοντας στην υλοποίηση έργων. Η δημιουργία διαρθρωμένης Τεχνικής Υπηρεσίας λύνει όχι μόνο το – πάγιο – πρόβλημα της ουσιαστικής αδυναμίας υλοποίησης έργων, εξασφαλίζει δε την νομιμότητα των ενεργειών τεχνικού περιεχομένου. Με τα μέχρι σήμερα ισχύοντα, καλείται ο Προϊστάμενος της Εφορείας (ο οποίος είναι σε κάθε περίπτωση αρχαιολόγος) να αποφασίσει επί τεχνικών θεμάτων κατόπιν εισηγήσεων υπαλλήλων του, χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη γνώση και εξειδίκευση.
Πολλοί – ειδικά στα Οργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – δεν βλέπουν με καλό μάτι την διαδικασία της αυτεπιστασίας ως «δόκιμη» μέθοδο εκτέλεσης αρχαιολογικών έργων και επιβουλεύονται την κατάργησή της. Από τη στιγμή που δεχόμαστε την – έστω κατά παρέκκλιση – διαδικασία αυτή ως απαραίτητη προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της ποιότητας (που σ’ ένα αρχαιολογικό έργο είναι οι πλέον σημαντικοί), πρέπει να «θωρακίσουμε» περαιτέρω τη διαδικασία αυτή.
Μιας και αναφερόμαστε σε ζητήματα νομιμότητας, έχει παρατηρηθεί μια τεράστια διακύμανση τιμών μονάδος εργασιών (σε πραγματικά κόστη) στα έργα πολιτισμού, είτε αυτά εκτελούνται δι’ αυτεπιστασίας (κατά κύριο λόγο), είτε εκτελούνται με εργολαβική ανάθεση. Η διακύμανση αυτή όχι μόνο δεν μπορεί να τεκμηριωθεί, κινείται δε σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν πολύ πάνω από τα όρια του Ενιαίου Τιμολογίου Οικοδομικών Εργασιών. Αντιλαμβανόμαστε την ιδιαίτερη φύση πολλών από τις εργασίες που εκτελούνται στο πλαίσιο ενός αρχαιολογικού έργου, όμως τόσο η διακύμανση από έργο σε έργο και από Υπηρεσία σε Υπηρεσία, όσο και η μεγάλη απόκλιση από τα κόστη «αγοράς» δεν αποτελεί στοιχείο που διασφαλίζει την διαφάνεια. Εξ’ άλλου ακόμα κι ένα αρχαιολογικό έργο δεν παύει να είναι τεχνικό έργο, με σαφείς ιδιαιτερότητες.
Στην κατεύθυνση αυτή πιστεύουμε πως πρέπει να συσταθεί άμεσα μια Διεπιστημονική Επιτροπή με αρμοδιότητα τη σύνταξη Εθνικού Ενιαίου Τιμολογίου Αρχαιολογικών Εργων, υποχρεωτικά εφαρμοστέου στα πάσης φύσεως αρχαιολογικά εν γένει έργα. Η εν συνεχεία νομοθετική του κατοχύρωση θα γίνει όπως και με όλα τα υπόλοιπα Αναλυτικά Τιμολόγια (οικοδομικών, λιμενικών, ηλεκτρομηχανολογικών, πρασίνου κλπ.). Η σύνταξη και εφαρμογή Τιμολογίου Αρχαιολογικών Εργων εξορθολογεί και κωδικοποιεί την τιμολόγηση των έργων αυτών, προφυλάσσει δε από πιθανές αυθερεσίες που παράγουν ανομία.
Συμπληρωματικά σε αυτό (στο Τιμολόγιο) θα μπορούσε να εξεταστεί και η δυνατότητα δημιουργίας νέας κατηγορίας εργοληπτικών πτυχίων (κατηγορίας «ειδικών αρχαιολογικών έργων») λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι σε κάθε ανάθεση παρόμοιας φύσεως έργου διατυπώνονται ειδικοί όροι εμπειρίας στη διακήρυξη και δεν υπάρχει μηχανισμός αντικειμενικής (και αδιάβλητης) αξιολόγησης της αναγκαιότητας αλλά και της φύσης αυτών των ειδικών όρων κατά περίπτωση. Χαρακτηριστικό είναι ότι τους (όποιους) ειδικούς όρους εμπειρίας θέτει κάποια Αναθέτουσα Αρχή, τους αξιολογεί το Συμβούλιο Δημοσίων Εργων (!), βάσει των προβλεπόμενων στον Ν. 3669/2008, άρθρο 15 § 4.
Δεχόμαστε όλοι ότι τα αρχαιολογικά έργα αποτελούν μια απολύτως εξειδικευμένη κατηγορία έργων (και αντίστοιχα μελετών) με απολύτως ειδικές απαιτήσεις. Στην κατηγοριοποίηση του μητρώου των πτυχίων μελετητών δημοσίων μελετών υπάρχει κατηγορία «Ειδικές αρχιτεκτονικές μελέτες» (κατηγ. 7) στην οποία εντάσσονται οι μελετητές με εμπειρία σε ειδικά αρχιτεκτονικά έργα, στα οποία ανήκουν και τα αρχαιολογικά έργα.
Τούτο δυστυχώς δεν συμβαίνει στην αντίστοιχη κατηγοριοποίηση του μητρώου των εργοληπτικών πτυχίων, με αποτέλεσμα ένας εργολήπτης με πτυχίο – κατά κύριο λόγο – οικοδομικών έργων να μπορεί να αναλάβει ένα αρχαιολογικό έργο, εκπληρώνοντας όμως τις απαιτήσεις των πρόσθετων προσόντων που θέτει η διακήρυξη. Όμως η εισαγωγή πρόσθετων προϋποθέσεων και ειδικών όρων εμπειρίας στις διακηρύξεις έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα των συγχρηματοδοτούμενων έργων, όπως αυτό έχει εκφραστεί πολλάκις μέσα από οδηγίες και εγκυκλίους.
Προκειμένου να τροποποιηθεί το ισχύον καθεστώς ώστε να είναι απολύτως συμβατό με την εθνική νομοθεσία αλλά και με τις κοινοτικές οδηγίες (αφού τα κοινοτικά κονδύλια αποτελούν την βασική πηγή χρηματοδότησης έργων πολιτισμού) προτείνουμε να καθιερωθεί μια πρόσθετη κατηγορία εργοληπτικού πτυχίου, αυτή του «ειδικού αρχιτεκτονικού – αρχαιολογικού» με ενδεχόμενες υπο-κατηγοριοποιήσεις, ώστε να καλύπτεται όλο το φάσμα των αρχαιολογικών έργων (προϊστορικά, κλασικά, βυζαντινά κλπ. μνημεία, ολοκληρωμένες αναπλάσεις χώρων κλπ.).
Με την καθιέρωση της ειδικής κατηγορίας εργοληπτικών πτυχίων αποφεύγεται η ενδεχόμενη αυθαίρετη διατύπωση τέτοιων «ειδικών όρων» στις διακηρύξεις και διασφαλίζεται η διαφάνεια και ο υγιής ανταγωνισμός.
Στην κατεύθυνση της γενικευμένης διαφάνειας και σε απόλυτη αρμονία με τις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού πρέπει να θεσμοθετηθούν διαδικασίες δημοσιότητας των κεντρικών Επιστημονικών Συμβουλευτικών Οργάνων (Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, Τοπικά Συμβούλια Μνημείων). Ολες οι Γνωμοδοτήσεις και οι Αποφάσεις να δημοσιεύονται στο διαδίκτυο.
Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα, το οποίο πλέον γίνεται απαίτηση είναι η θέσπιση ορίου στον χρόνο εξυπηρέτησης των πολιτών και στην οριστική αντιμετώπιση των θεμάτων τους. Τούτο βέβαια προϋποθέτει την γενναία ενίσχυση των Υπηρεσιών σε στελεχιακό δυναμικό και σε οικονομικούς και τεχνικούς πόρους. Το Υπουργείο Πολιτισμού πρέπει να αντιστρέψει την σημερινή επαχθή εικόνα που έχει διαμορφώσει στη συνείδηση του μέσου Ελληνα πολίτη, να αναδείξει και να κατοχυρώσει την κοινωνική του συνεισφορά, έμπρακτα και ουσιαστικά. Είναι κρίσιμο να πετύχουμε την αντιστροφή της σημερινής αρνητικής προκατάληψης των πολιτών απέναντι στις Υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ. Βέβαια η βελτίωση των σχέσεων με τον πολίτη και της «εν γένει εικόνας» δεν επιτυγχάνεται με καταστατικά μέτρα αλλά με τη σφυρηλάτηση και εμπέδωση σχέσεων εμπιστοσύνης, αλληλοσεβασμού, αναγνώρισης και αποδοχής.
Το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο και ιδιαίτερα το Π.Δ. 99/1992 «περί εκτέλεσης αρχαιολογικών εν γένει έργων» είναι επιτακτικό πλέον να επικαιροποιηθεί μέσω της επαναδιατύπωσης άρθρων του. Η εμπειρία καταδεικνύει ότι η επικαιροποίησή του (αλλά και η ρητή διασαφήνιση άρθρων και διατάξεων) είναι πλέον επιβεβλημένη ώστε να θωρακιστούν τυχόν «αδύναμα» σημεία των διατάξεών του.
Πιο συγκεκριμένα:
Στο άρθρο 1 αναφέρεται: «Στις διατάξεις του παρόντος διατάγματος υπάγονται η μελέτη και η εκτέλεση των αρχαιολογικών εν γένει έργων (ανασκαφές, αναστηλώσεις, στερεώσεις, συντηρήσεις αρχαίων και μνημείων, διαμορφώσεις αρχαιολογικών χώρων, μουσειακές εργασίες εν γένει, επισκευές, μετασκευές).»
Την εποχή που εκδόθηκε το εν λόγω Π.Δ. (1992) οι μόνες Υπηρεσίες που εκτελούσαν αρχαιολογικά έργα ήταν οι Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού. Σήμερα, με διασταλτική ερμηνεία του παρόντος άρθρου και αφού δεν διατυπώνεται ρητά σε κάποιο άλλο εδάφιο, έχει παρουσιαστεί το φαινόμενο να κάνουν χρήση των διατάξεων του παρόντος Π.Δ. (μερικές εκ των οποίων είναι «ευνοϊκές») και άλλοι Φορείς, πλην του ΥΠ.ΠΟ. (π.χ. Μητροπόλεις). Κατά την άποψή μας πρέπει να επαναδιατυπωθεί το παρόν άρθρο και να οριστούν ρητά οι Φορείς και οι Υπηρεσίες που δύνανται να εκτελέσουν αρχαιολογικά εν γένει έργα.
Η διατύπωση του άρθρου 11 § 1.α και 1.β («…η δαπάνη κάθε είδους εργασίας …» και «…η δαπάνη κάθε επί μέρους εργασίας…») αφήνει περιθώρια διασταλτικών εφαρμογών, με αποτέλεσμα την ευθεία κατάργηση τόσο του γράμματος όσο και του πνεύματος της απαγόρευσης κατάτμησης (Εγκύκλιος Δ17α/07/26/14.9.1993 του ΥΠΕΧΩΔΕ, σε εφαρμογή διατάξεων κοινοτικής και εγχώριας νομοθεσίας – Οδηγία 93/37 ΕΟΚ). Για να αποφευχθεί στο μέλλον η καταστρατήγηση των διατάξεων περί «κατάτμησης» αλλά και προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή εκτέλεση των αρχαιολογικών έργων (που λόγω της ειδικής φύσεώς τους απαιτείται πολλάκις η «ανάθεση τμηματικά» του συνολικού μελετητικού προϊόντος) απαιτείται είτε να ακολουθηθεί ο καταμερισμός των τυπικών ομάδων εργασιών (Εγκύκλιος 36 ΥΠΕΧΩΔΕ (αρ. πρωτ. Δ17α/08/158/ΦΝ437/19.10.2005)1 – πέραν των οποίων η ανάθεση θα θεωρείται «κατάτμηση», είτε να προηγείται σύμφωνη γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου του ΥΠ.ΠΟ.
1 Τυπικές ομάδες εργασιών βάσει της Εγκυκλίου 36 του ΥΠΕΧΩΔΕ (αρ. πρωτ. Δ17α/08/158/ΦΝ437/19.10.2005):
Ομάδα Α: χωματουργικά, καθαιρέσεις, Ομάδα Β: σκυροδέματα, Ομάδα Γ: τοιχοποιίες, επιχρίσματα, Ομάδα Δ: δίκτυα (υδραυλικά, ηλεκτρικά), Ομάδα Ε: επενδύσεις, επιστρώσεις, Ομάδα ΣΤ: κατασκευές ξύλινες ή μεταλλικές, Ομάδα Ζ: λοιπά, τελειώματα
Εχει επισημανθεί σε αρκετά αρχαιολογικά έργα εκτελούμενα δι’ αυτεπιστασίας μια πολύ μεγάλη (συγκριτικά) δαπάνη εργατικών, λόγω κυρίως της έλλειψης πιστοποιημένου μηχανισμού παρακολούθησης της αποδοτικότητας των εργαζομένων. Υπάρχουν περιπτώσεις έργων εκτελεσθέντων δι’ αυτεπιστασίας που το εργατικό κόστος, ως ποσοστό επί της συνολικής δαπάνης έφτανε στο 90 και 95 %! Σε κάθε έργο οι διατιθέμενοι πόροι (μηχανήματα, εξοπλισμός, υλικά, εργατική δύναμη) πρέπει να αξιοποιούνται με τον βέλτιστο τρόπο, έτσι ώστε να επιτυγχάνουμε τόσο την μέγιστη απόδοση όσο και την ελαχιστοποίηση του κόστους. Για το λόγο αυτό πρέπει το πρόγραμμα του έργου να συντάσσεται εξ αρχής με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια (όπως άλλωστε αναφέρεται και στο Οδηγό Αυτεπιστασίας, κεφ. 2) και να εγκρίνεται από αρμόδιο τεχνικό Οργανο (π.χ. Τεχνικό Συμβούλιο).
Να αναφερθεί ρητά η υποχρέωση εφαρμογής της κείμενης νομοθεσίας περί δημοσίων έργων, όπου αυτή έχει εφαρμογή. Να γίνει σαφές ότι σε περίπτωση ανάθεσης (εργολαβικά) ενός τμήματος έργου που υλοποιείται με αυτεπιστασία, ισχύουν οι διατάξεις της νομοθεσίας των δημοσίων έργων (Πιστοποιήσεις, Πρωτόκολλα Παραλαβής Αφανών Εργασιών, σύνταξη Ανακεφαλαιωτικών Πινάκων Εργασιών, κλπ.), ασχέτως του μεγέθους της εργολαβίας, δεδομένου ότι η ισχύουσα νομοθεσία καθορίζει ένα έργο ως δημόσιο από την φύση της πηγής χρηματοδότησης και όχι από το είδος των εκτελούμενων εργασιών
.
Αθήνα, 15/12/2009
Κώστας Καρμπέρης
Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Εργων (ΤΔΠΕΑΕ)
Το Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Εργων (ΤΔΠΕΑΕ) ιδρύθηκε το 1992 για να εξυπηρετήσει την αποτελεσματική εκτέλεση μεγάλων έργων συντήρησης και ανάδειξης μνημείων, τα οποία απαιτούν διεπιστημονική συνεργασία και πραγματοποιούνται από Επιστημονικές Επιτροπές συγκροτούμενες ειδικά από το Υπουργείο. Η υπερ-15ετής δραστηριοποίηση του Ταμείου στον τομέα της εκτέλεσης έργων αρχαιολογικής φύσεως και μεγάλων προγραμμάτων, έχει συσσωρεύσει μια τεχνογνωσία και μια εμπειρία που δύσκολα συναντάται σε εξειδικευμένο Οργανισμό του Δημόσιου Τομέα. Η «προικοδότηση» του Ταμείου με ευνοϊκές ρυθμίσεις (π.χ. η θεσμοθέτηση «τριπλάσιου» ορίου αναθέσεων από το ισχύον στο Δημόσιο Λογιστικό, η απόφαση του Δ.Σ. για ανάθεση βάσει εισηγήσεων – μόνο – του αρμόδιου υπαλλήλου κλπ.) που έχουν προβλεφθεί στον Κανονισμό Λειτουργίας (ΥΠΠΟ/ΓΝΟΣ/1373 (ΦΕΚ Β΄133 7.2.2003), φιλοδοξούσε να δημιουργήσει ένα περιβάλλον ευελιξίας για την επιτυχή υλοποίηση έργων. Η θεμελιώδης αρχή του project management είναι η εκπλήρωση των τριών στόχων ενός έργου: ολοκλήρωση εντός του χρονοδιαγράμματος, ολοκλήρωση στο πλαίσιο του διατιθέμενου και προϋπολογισμένου budget και η διασφάλιση της ποιοτικής κατασκευής βάσει των προδιαγραφών και της μελέτης. Από την εμπειρία διαχείρισης πολλών έργων του ΤΔΠΕΑΕ προκύπτει ότι – ειδικά οι δύο πρώτοι στόχοι (χρόνος, κόστος), σε ελάχιστες περιπτώσεις τηρήθηκαν απαρέγκλιτα. Παρά το ευνοϊκό θεσμικό πλαίσιο και παρά την – υποτιθέμενη – ευελιξία, το ΤΔΠΕΑΕ δεν εκπλήρωσε, σε γενικές γραμμές, τους στόχους που είχαν τεθεί. Η υποκατάσταση δε των τοπικών Εφορειών στην εκτέλεση έργων, από το Ταμείο, ενίσχυσε περαιτέρω μια άκρως ιδιόμορφη κατάσταση. Την ίδια ώρα που τοπικές Εφορείες αγωνίζονταν να ανταπεξέλθουν στις τρέχουσες υποχρεώσεις τους αλλά και να διεκπεραιώσουν συγχρηματοδοτούμενα έργα, το «εύρωστο» Ταμείο κινητοποιούσε μεγάλο μέγεθος πόρων (ανθρώπινων, εξοπλισμού, χρηματοδότησης) στον ίδιο ευρύτερο χώρο! Και με – πολλάκις – ανεπιτυχή αποτελέσματα.
Όπως όμως προαναφέρθηκε, δεν μπορούμε να διαγράψουμε την συσσωρευθείσα εμπειρία στον τομέα της υλοποίησης αρχαιολογικών έργων. Ούτε μπορούμε να αγνοήσουμε την ύπαρξη πολυπληθούς και εξειδικευμένου προσωπικού στους κόλπους του Ταμείου. Προσωπικού που αν στελέχωνε τις κατά τόπους Εφορείες, μεταλαμπαδεύοντας την τεχνογνωσία του, θα έλυνε πολλά από τα οξυμμένα προβλήματα των περιφερειακών υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού.
Αν ακολουθηθεί η προαναφερόμενη πρόταση, φαντάζει μονόδρομος πλέον η κατάργηση του ΤΔΠΕΑΕ με τη σημερινή του μορφή και η μετεξέλιξή του σε έναν αμιγώς Επιστημονικό Οργανισμό Ερευνας, Μελέτης και Τεκμηρίωσης των Μνημείων μας, εποπτευόμενο από το ΥΠ.ΠΟ. και με δυνατότητα επιστημονικών συνεργασιών με Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Κέντρα.
Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού (ΟΠΕΠ Α.Ε.)
Ο Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού (ΟΠΕΠ Α.Ε.) παρόλο που αποτέλεσε μια φιλόδοξη απόπειρα της Πολιτείας να δημιουργήσει έναν πρότυπο Οργανισμό μέσω του οποίου θα παρήγαγε έσοδα και θα χρηματοδοτούσε την πολιτιστική δραστηριότητα, εν τούτοις θεσμικά κωλύματα (που αποδείχτηκαν ανυπέρβλητα και συνέτειναν στο «ξεθώριασμα» του επιχειρηματικού οράματος) δεν επέτρεψαν την επιτυχία του εγχειρήματος αυτού. Αποτέλεσμα ήταν – ενώ αρχικά (έως το 2002) είχε στελεχωθεί με αξιόλογα στελέχη από την αγορά, διαφόρων ειδικοτήτων και τεράστιας επιστημονικής κατάρτισης – να «αιμορραγήσει» από την αποχώρηση σχεδόν όλων αυτών των στελεχών και να διολισθήσει σε χώρο προώθησης προσωπικών εξυπηρετήσεων, ανάπτυξης νοσηρών πρακτικών και άνομων οικονομικών σχέσεων.
Θα πρέπει η νέα Κυβέρνηση να ενσκήψει με προσοχή στο θέμα, ξεκαθαρίζοντας όμως τις πραγματικές της προθέσεις. Σε περίπτωση που επιθυμεί να αξιοποιήσει τον Ο.Π.Ε.Π. ουσιαστικά, οφείλει να τον θωρακίσει απέναντι σε όποιο θεσμικό εμπόδιο παρουσιάζεται, ώστε να αναμένει τα μέγιστα οφέλη από την ουσιαστική λειτουργία του. Σε αντίθετη περίπτωση είναι μονόδρομος η διάλυσή του και η ενσωμάτωση της λειτουργίας του στο Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων (ΤΑΠΑ), με απορρόφηση του συνόλου του προσωπικού, με παράλληλη επαναδιατύπωση των καταστατικών στόχων και λειτουργιών του ΤΑΠΑ.
Προσωπική άποψη (και βεβαιότητα θα έλεγα) είναι ότι ο Ο.Π.Ε.Π. είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο στα χέρια του Κράτους, τόσο για την παραγωγή δημόσιου πλούτου όσο και για την προώθηση καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Πιο συγκεκριμένα:
Ο ΟΠΕΠ ήταν ο Οργανισμός που επιφορτίστηκε – εκτός των άλλων – με την αρμοδιότητα (σχεδιασμού και υλοποίησης) της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας. Αυτό ήταν ένα φιλόδοξο σχέδιο που εισήγαγε το οραματικό στοιχείο στην λειτουργία του Οργανισμού. Ηταν προφανές όμως πως στο πλαίσιο αυτό υπήρχε καταληκτική ημερομηνία. Ο Οργανισμός κεφαλαιοποίησε μια τεχνογνωσία και ένα “reputation” τα οποία όμως δεν μπόρεσε να τα αξιοποιήσει περαιτέρω, ελλείψει ευρύτερου στρατηγικού σχεδίου.
Η ανάλωσή του με τα – καθ’ όλα αξιόλογα και επικερδή – αναπτυξιακά και ψηφιακά πεδία (πωλητήρια, αναψυκτήρια, ψηφιακές παραγωγές κλπ.) έφεραν τον Οργανισμό αντιμέτωπο με θεσμικά κωλύματα που δεν μπόρεσε να ξεπεράσει.
Γι’ αυτό προαναφέραμε ότι χρειάζεται θεσμική κατοχύρωση του Οργανισμού και των δραστηριοτήτων του. Είναι απόλυτα λογικό να υπάρξει σαφής διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων και των δραστηριοτήτων του ΤΑΠΑ και του ΟΠΕΠ. Το ΤΑΠΑ μπορεί να «κρατήσει» την αποκλειστική παραγωγή και διάθεση εκμαγείων, πιστών αντιγράφων και βιβλίων, καθώς και τα έσοδα από τα εισιτήρια των χώρων και των μουσείων. Ο ΟΠΕΠ μπορεί να κατοχυρώσει τις εφαρμογές (παραγωγή, διάθεση σε ειδικά spots in shops), την αποκλειστική διαχείριση των αναψυκτηρίων – εστιατορίων των μουσείων και τις πάσης φύσεως ψηφιακές παραγωγές (DVDs, ψηφιακά εκθέματα κλπ.)
Παρ’ όλα αυτά όμως, χωρίς το οραματικό στοιχείο στην επιχειρηματική και αναπτυξιακή του πλατφόρμα, ο Οργανισμός θα παραμένει εσαεί αδύναμος και οιονεί ευνουχισμένος. Πρέπει με κάθε τρόπο να δοθεί ένα νέο όραμα, ένα νέο πλαίσιο δραστηριοποίησης του Οργανισμού στο διηνεκές. Και αυτό πιστεύουμε πως είναι η προγραμματική και στρατηγική του συνεργασία με το Διεθνές Κέντρο Ολυμπιακής Εκεχειρίας, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην εκπλήρωση των στόχων του δεύτερου (εκ των τριών) πυλώνα του Διεθνούς Ιδρύματος Ολυμπιακής Εκεχειρίας, της διαμόρφωσης «Παγκόσμιας Κουλτούρας Ειρήνης».
Η εμπειρία, η τεχνογνωσία και η δυναμική του ΟΠΕΠ, μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην προώθηση της ιδέας της Εκεχειρίας, μέσω της διοργάνωσης προγραμμάτων πολιτιστικών δραστηριοτήτων (θεματικών ή μη), καθ’ όλη τη διάρκεια των ολυμπιάδων (του χρονικού διαστήματος μεταξύ των αγώνων). Αυτή η προοπτική αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση τόσο για τον Οργανισμό όσο και για τη χώρα μας (που πρωτοστάτησε στην δημιουργία τόσο της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας όσο και της Ολυμπαακής Εκεχειρίας). Δίνει δε μια ελπιδοφόρα αλλά και ουσιαστική προοπτική στον ΟΠΕΠ, επαναφέρει το «όραμα» στην φιλοσοφία της δράσης του και στους καταστατικούς του σκοπούς.


Πολύ καλό!! Συγχαρητήρια!! Υποψιαζόμουν, αλλά δεν γνώριζα τις δεξιότητές σου αυτές!! Μπράβο!!