Το μοντέλο της Πράσινης Ανάπτυξης, όπως έχει παρουσιαστεί τόσο στην χώρα μας (από το ΠΑΣΟΚ κατά πρώτο και κύριο λόγο) όσο και διεθνώς, αποτελεί πλέον επίσημη πλατφόρμα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Σε πολύ αδρές γραμμές είναι ένα συνολικό οικονομικο-κοινωνικό μοντέλο αναδιάρθρωσης, ξεπερνά το ζήτημα της οικολογικής συμπεριφοράς και άπτεται παραμέτρων της ευρύτερης κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης. Κατ’ ουσίαν είναι ένα νέο, εναλλακτικό μοντέλο οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης, ένα νέο πολιτιστικό πρότυπο.
Ο παραδοσιακός καπιταλισμός αναπτύχθηκε ουσιαστικά στη βάση της παραγωγής, φτάνοντας τις δυνατότητές του – τόσο παραγωγικά όσο και οικονομικά – στα όρια. Το κλασικό αυτό μοντέλο βασίστηκε στην εκμετάλλευση των διαθέσιμων πόρων και – από τη στιγμή που δεν εμπεριείχε στοιχεία κοινωνικής δικαιοσύνης, οδηγήθηκε σε αδιέξοδα τα οποία και άρχισε να αναπαραγάγει.
Μπροστά στο φάσμα της εξάντλησης των πόρων (κυρίως των πρώτων υλών στις οποίες βασίστηκε η παραδοσιακή μεταποιητική δραστηριότητα) το «σύστημα» μετατόπισε την βασική προτεραιότητα της οικονομικής διάρθρωσης από την παραγωγή στη διάθεση, με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν και να εφαρμοστούν νέα μοντέλα – καπιταλιστικής πάντα – οικονομίας όπως ο νέο-φιλελευθερισμός και εκφάνσεις του, στηριζόμενα κατά βάση σε χρηματο-οικονομικά πρότυπα οργάνωσης και λειτουργίας. Το ότι και ο νέο-φιλελευθερισμός δεν οδήγησε πουθενά, αντιθέτως συσσώρευσε δυσεπίλυτα προβλήματα στις κοινωνικές τάξεις και διέρρηξε την – όποια – κοινωνική συνοχή, οφείλεται στον ίδιο τον χαρακτήρα, τη φυσιογνωμία του καπιταλισμού. Πολλώ δε μάλλον όταν έχουμε πλέον εισέλθει σε μια ιστορική περίοδο όπου η στενότητα των διατιθεμένων πόρων αρχίζει να δημιουργεί ανάγκες αναθεώρησης του συνολικού παραγωγικού και αναπτυξιακού προτύπου (μοντέλου), οι κοινωνικά άδικες αρχές στις οποίες βασίζεται ο καπιταλισμός εντείνουν τα προβλήματα και οδηγούν σε αδιέξοδα.
Ο προοδευτικός σοσιαλιστικός χώρος οφείλει να διαμορφώσει μια αναπτυξιακή πλατφόρμα που θα απαντά αξιόπιστα και με προοπτική στα θεμελιώδη αυτά ερωτήματα: Τι είδους ανάπτυξη; Με ποιες προϋποθέσεις το αναπτυξιακό πρότυπο δεν θα αναπαραγάγει τα αδιέξοδα του προηγούμενου και θα προωθεί κοινωνικά δίκαιες μορφές διανομής του παραγόμενου πλούτου; Ποιο αναπτυξιακό μοντέλο είναι αυτό που δεν θα έχει πεπερασμένο χρονικό ορίζοντα αλλά θα εξασφαλίζει βιωσιμότητα;
Αν κάνουμε μια συνοπτική ιστορική αναδρομή θα διαπιστώσουμε ότι στη δεκαετία του 80, στο πλαίσιο της διεθνούς επικράτησης του νέο-φιλελευθερισμού, οι σοσιαλιστικές δυνάμεις προέταξαν ως προτεραιότητα της διαρθρωτικής τους πρότασης την ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη. Ηταν το μόνο που μπορούσαν να πετύχουν σ’ ένα περιβάλλον ακραία ανταγωνιστικό.
Στη δεκαετία του 90, με το φάσμα της εξάντλησης των πόρων να αρχίζει να γίνεται ορατό, ως προτεραιότητα τέθηκε η αειφορία της αναπτυξιακής διαδικασίας. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες εισηγήσεις περί αναγκαιότητας συνολικής αναθεώρησης του αναπτυξιακού προτύπου, με στροφή σε «πράσινες» μορφές παραγωγής.
Πλέον σήμερα, με το καπιταλιστικό μοντέλο να βιώνει βαθύτατη κρίση ύπαρξης, το ζήτημα της συνολικής αναθεώρησης του παραγωγικού μοντέλου – με την εκ των πραγμάτων ιεράρχηση της παραμέτρου της κοινωνικής συνοχής – έχει μπει σε πρώτη προτεραιότητα στην ατζέντα.
Η μέχρι σήμερα αλόγιστη υπερεκμετάλλευση των διατιθέμενων πόρων και η υπερπαραγωγή αγαθών η οποία οδηγούσε – στον ανεπτυγμένο κόσμο – στην υπερκατανάλωση, οδήγησε αναπόφευκτα στην διεύρυνση των ανισοτήτων τόσο διεθνώς όσο και εντός των ορίων των κρατών.
Η συνολική ανατροπή του κλασικού μοντέλου οργάνωσης της παραγωγής με στροφή σε εναλλακτικές μορφές πρώτων υλών φαίνεται ως η μόνη αξιόπιστη πρόταση, η οποία όμως επιπροσθέτως δεν θα αναπαράγει – εκ της φύσεώς της – τις ανισότητες και την κοινωνικά άδικη διανομή του πλούτου.
Η στροφή όμως σε μια συνολική παραγωγικής αναδιάρθρωση με υιοθέτηση νέου αναπτυξιακού μοντέλου, προϋποθέτει συνολικό ολιστικό σχεδιασμό (holistιsc) και αξιόπιστη διαχείριση. Μόνο έτσι μπορούν να εξασφαλιστούν συνθήκες αποτελεσματικότητας και αειφορίας.
Σε εθνικό επίπεδο, το πλεονέκτημα που διαθέτουμε ως Ελλάδα, και το οποίο είχε εγκαίρως επισημανθεί από τον αείμνηστο Ανδρέα Παπανδρέου, είναι η ποιότητα και η υπεροχή σε τεχνολογίες αιχμής. Η μαζική παραγωγή και η κερδοφορία μέσω οικονομιών κλίμακας και επενδύσεων εντάσεως κεφαλαίου δεν ήταν ούτε πρόκειται να γίνει το συγκριτικό μας πλεονέκτημα. Απεναντίας είναι λάθος να προσανατολίζουμε την οικονομία μας σ’ αυτά. Η δική μας «κλίμακα», αλλά και η φύση των προϊόντων στα οποία μπορούμε να στηριχτούμε ως χώρα για να πετύχουμε αξιοπρεπή θέση στον διεθνή καταμερισμό είναι αυτά που – μονοσήμαντα – μας οδηγούν στη υιοθέτηση της ποιότητας ως θεμελιώδους παραμέτρου και βασικού συγκριτικού πλεονεκτήματος. Η τεχνολογική προσαρμογή και η καθετοποίηση έρχονται ως φυσικά επακόλουθα.
Στην κατεύθυνση αυτής της αναδιάρθρωσης, οι εναλλακτικές παραγωγικές διαδικασίες είναι απολύτως αποτελεσματικές, μέσω των δυνατοτήτων που προσφέρει η ευρεία, σχεδιασμένη και ορθολογική αξιοποίηση των «ανανεώσιμων πηγών ενέργειας» (ΑΠΕ).
Ένα διαφορετικό μοντέλο παραγωγικής διάρθρωσης και αναπτυξιακής στόχευσης όμως συμβαδίζει (εάν δεν προϋποθέτει) με την εκ βάθρων αναθεώρηση του «πολιτιστικού προτύπου», την συνολική αλλαγή της κοινωνικής κουλτούρας. Είναι μια παράμετρος που δεν πρέπει να αγνοείται. Πως μπορείς – φερ’ ειπείν – να εφαρμόσεις προωθημένες και με διαφορετική στόχευση στεγαστικές και οικιστικές πολιτικές όταν η «κουλτούρα» της ανακύκλωσης είναι ακόμα σε πολύ χαμηλά επίπεδα; Πως μπορείς να σχεδιάσεις και να υλοποιήσεις ένα νέο εναλλακτικό οικολογικό και βιώσιμο μοντέλο μεταφορών, όταν όχι μόνο η κουλτούρα των μεταφορών αλλά και οι υποδομές λειτουργούν και αναπτύσσονται σε τελείως άλλη κατεύθυνση;
Η προσαρμογή συνεπώς, είναι και δύσκολη και μακροχρόνια, διότι η μετάβαση πρέπει να επιτευχθεί με τον πλέον ομαλό τρόπο, ώστε να αποφύγουμε καταστροφικές συνέπειες. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι η μείωση των εκπομπών αερίων ρύπων του θερμοκηπίου από την Ελλάδα από το 1990 έως το 2050 κατά 67% δεν επηρεάζει στο ελάχιστο την οικονομική ανάπτυξη (WWF Hellas: «Λύσεις για την Κλιματική Αλλαγή»). Σύμφωνα με την ίδια έκθεση η ολοκληρωτική προσαρμογή και εναρμόνιση της Ελλάδας με όλες τις διεθνώς καθιερωμένες περιβαλλοντικές απαιτήσεις κοστίζει το 07% του ΑΕΠ, ενώ αντιθέτως η συνέχιση της σημερινής κατάστασης θα κοστίσει στην Εθνική Οικονομία σε 40 χρόνια το 20% περίπου του ΑΕΠ (πρόστιμα, αναγκαστική εφαρμογή βίαιων προσαρμογών κλπ.)!
Πλήθος στοιχείων από διάφορες μελέτες δείχνουν ότι από τις «πράσινες» επενδύσεις και την εν γένει «πράσινη» αναδιάρθρωση δημιουργούνται εκατομμύρια θέσεων εργασίας παγκοσμίως. Οσον αφορά στη χώρα μας μπορούν να σχεδιαστούν προτεραιότητες οι οποίες να συγκροτούν ένα συνεκτικό Εθνικό μοντέλο Πράσινης Ανάπτυξης:
1. Ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης του προβλήματος των αποβλήτων (εναρμονισμένο με ένα επανασχεδιασμένο Εθνικό Χωροταξικό Πλαίσιο), με κατασκευή μονάδων βιολογικών καθαρισμών λυμάτων, ανακύκλωσης κλπ.
2. Σύνταξη και προώθηση ενός νέου Εθνικού Χωροταξικού Σχεδίου, με στόχευση στην ισόρροπη (αποκεντρωμένη) περιφερειακή ανάπτυξη, με παράλληλη ενίσχυση της εδαφικής συνοχής.
3. Η προώθηση πολιτικών περιφερειακής ανάπτυξης και ορθολογικής ανασύνθεσης της χώρας συμβαδίζει (εμπεριέχει) την ολοκληρωμένη αναπτυξιακή – και κοινωνική – ανασυγκρότηση της υπαίθρου, μέσω της παραγωγικής αναδιάρθρωσης στην κατεύθυνση πρότυπων, «βιολογικών» και ποιοτικών προϊόντων, παράλληλα με την υιοθέτηση συνεταιριστικών και καθετοποιημένων δομών.
4. Εθνικό Σχέδιο (με περιφερειακή όμως εξειδίκευση) διαχείρισης του υδατικού αποθέματος. Η χώρα μας διαθέτει πλούσιο υδατικό δυναμικό και κατατάσσεται στη δεύτερη θέση διεθνώς όσον αφορά στην σπατάλη του νερού! Η ενίσχυση των σχεδιασμένων και στοχευμένων επενδύσεων στον τομέα της διαχείρισης του νερού μπορεί να αποφέρει τεράστια οφέλη, τόσο περιβαλλοντικά όσο και οικονομικά.
5. Οσον αφορά στον αστικό χώρο, πρέπει να υιοθετηθούν νέα μοντέλα βιώσιμης αστικής κινητικότητας (προώθηση και ενίσχυση των δικτύων των μέσων μαζικής μεταφοράς με παράλληλη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών, εφαρμογή πολιτικών και δημιουργία υποδομών ενίσχυσης εναλλακτικών μορφών μεταφοράς (ποδήλατα, περπάτημα, τραμ κλπ.) αλλά και γενίκευση της προσαρμογής των κτιρίων σε «πράσινα πρότυπα». Ειδικά όσον αφορά σε αυτό το τελευταίο, είναι κρίσιμη η αξιοποίηση κάθε διαθέσιμου πόρου για την προσαρμογή των υφιστάμεων κτιριακών υποδομών αλλά και η προώθηση πολιτικών ενίσχυσης του βιοκλιματικού σχεδιασμού και κατασκευής. Αντίθετα με τα πιθανώς υποστηριζόμενα, είναι βέβαιο ότι το κόστος κατασκευής ενός βιοκλιματικού κτιρίου είναι ακριβώς το ίδιο (αν όχι μικρότερο) με αυτό ενός κλασικού ενεργοβόρου κτιρίου.
6. Πολύ σημαντική είναι η αλλαγή του μεταφορικού μοντέλου. Πρέπει να προωθηθεί η μαζική μεταφορά (τόσο προσώπων όσο και προϊόντων) μέσω της δημιουργίας ευρύτατου δικτύου σιδηροδρόμων. Η δημιουργία δημόσιων υποδομών μέσων σταθερής τροχιάς πρέπει να τεθεί σε προτεραιότητα και όχι να συνεχιστεί αλόγιστα η έως σήμερα ακολουθούμενη μονοδιάστατη πολιτική κατασκευής οδικών αξόνων. Τα περιβαλλοντικά αλλά και τα οικονομικά οφέλη μιας τέτοιας αναδιάρθρωσης είναι προφανή. Επειδή όμως ένας εθνικός σχεδιασμός για να είναι πετυχημένος πρέπει να υπακούει σε ολιστικές αρχές σχεδιασμού, οι όποιες πρωτοβουλίες μεταφορικών αναδιαρθρώσεων πρέπει να συνδυάζονται με την ανάπτυξη εμπορευματικών κέντρων, λιμανιών και λοιπών παράλληλων υποδομών ώστε να πετύχουμε αποτελεσματικά δίκτυα συνδυασμένων μεταφορών.
7. Τέλος, όσον αφορά στην δημοσιονομική πολιτική προσαρμογής, πρέπει να μελετηθεί και να εφαρμοστεί πολιτική πράσινης φορολόγησης (Eco-Tax Reform). Είναι μια σημαντική μεταρρυθμιστική απόπειρα που είχε συζητηθεί ευρέως στην Ε.Ε. την δεκαετία του 90 αλλά δεν εφαρμόστηκε γενικευμένα – για ευνόητους λόγους. Η μεταρρύθμιση αυτή στηρίζεται στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει».
8. Παράλληλα με τις Κρατικές δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις πρέπει να ενισχυθεί η εφαρμογή της εταιρικής περιβαλλοντικής ευθύνης από τις ιδιωτικές εταιρίες. Είναι καθοριστικό να διαμορφωθεί μια νέα κοινωνική κουλτούρα και ένα νέο καταναλωτικό πρότυπο.
Όλα τα παραπάνω (και πολλά ακόμα), εφόσον σχεδιαστούν σε ένα κεντρικό εθνικό πλαίσιο, δημιουργούν όχι μόνο συνθήκες αειφορίας αλλά και οικονομικής ανάπτυξης, προσαρμοσμένων σε ένα διαφορετικό περιβαλλοντικό πρότυπο. Τουλάχιστον είναι ένα πείραμα που αξίζει να το δοκιμάσουμε. Εξάλλου δεν έχουμε – ως κοινωνία – πολλές άλλες επιλογές…
29/11/2009
Κώστας Καρμπέρης

